ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

Η Αίγινα του Κωστα Βάρναλη

Μάρτης-Μάης, τρεις μήνες μαθήματα κι εξετάσεις. Και με τον Ιούνιο μπήκαμε στις θερινές διακοπές. Άρχισα να ζητώ ένα μικρό νησί, ένα ψαρομέρι με την ήσυχη θάλασσά του ν’ απομονωθώ εκεί άγνωστος ανάμεσα σε άγνωστους κι απλοϊκούς ανθρώπους, να συγκεντρωθώ και να … συγγράψω.

Στην Αίγινα
(απόσπασμα)
Κώστας Βάρναλης (Πύργος Βουλγαρίας 1884- Αθήνα 1974)

Μάρτης-Μάης, τρεις μήνες μαθήματα κι εξετάσεις. Και με τον Ιούνιο μπήκαμε στις θερινές διακοπές. Άρχισα να ζητώ ένα μικρό νησί, ένα ψαρομέρι με την ήσυχη θάλασσά του ν’ απομονωθώ εκεί άγνωστος ανάμεσα σε άγνωστους κι απλοϊκούς ανθρώπους, να συγκεντρωθώ και να … συγγράψω. Ένιωθα μέσα μου να σαλεύει, ν’ αναδεύεται και να ζητάει να λάβει μορφή και σχήμα και να έβγει να σταθεί αντίκρυ στον ήλιο ένα καινούριο έργο, που ακόμα δεν ήξερα τ’ όνομά του: «Το φως, που καίει».
Μου είχε περάσει η παλιά μυστικόπαθη πίστη μου στην ηγεμονία του πνεύματος απάνου στη ζωή. Μου φαινότανε κωμικό να μιλούμε για πολιτισμό, όταν η τύχη του βρίσκεται στα χέρια των μεγάλων ληστών της γης και μπορούνε να τον καταστρέψουνε, όποτε τους καπνίσει. Θεωρούσα, πως είναι έσχατη ανανδρία του πνεύματος να θέλει να στέκει πάνου από τους ποταμούς των αιμάτων διατηρώντας άγγιχτη από το βούρκο τους τη θεϊκιά του ουσία…
Πίστευα πως ο Λόγος, αν δε μπορεί να μεταμορφώσει τον κόσμο, όπως είναι θεμελιωμένος στην αδικία, και να καλύψει τα πάντα, ενόσω οι μάζες μένουν έξω από την άμεση περιοχή του, όμως μπορεί να ξυπνήσει τις συνειδήσεις στην αρχή λιγοστών και αργότερα περισσότερων σκλάβων, ν’ ανοίξει ένα φωτεινό ρήγμα στο ατράνταχτο μέτωπο της ψευτιάς και να ετοιμάσει το έδαφος για τη Μεγάλη Πράξη, για την Ημέρα της Κρίσεως.
***
Ένα απόγεμα πήρα το βαποράκι στον Περαία, την περίφημη «Χρυσώ», και πήγα πρώτα στην Αίγινα. Είχα σκοπό, αρχίζοντας από την Αίγινα, να ψάξω γύρω γύρω το Σαρωνικό όσο να εύρω το κατάλληλο μέρος για να κουρνιάσω οριστικά. Ήθελα να είμαι πάντα κοντά στην Αθήνα. Γιατί δεν είχα και πολλήν εμπιστοσύνη στον εαυτό μου. Ήξερα πως εύκολα με πιάνει ο κόρος και η πλήξη. Έπρεπε λοιπόν να μπορώ να παίρνω εύκολα το βαπόρι και να έρχομαι στην πόλη των Θεών, για να μετανιώνω και να φεύγω από την κάμινο του πυρός και της καβαλίνας πίσου στη δροσιά και την ησυχία του πελάου.
Στην Αίγινα που πρωτοπήγα, εκεί και έριξα άγκυρα για πάντα. Ο βραδινός περίπατος, που έκανα γιαλό γιαλό από την «κολόνα» ίσαμε τον Αϊ-Βασίλη, μου άρεσε πολύ. Νοίκιασα το απάνου πάτωμα (δυο καμαρούλες) σ’ ένα ήσυχο σπιτάκι και ξαναγύρισα στην Αθήνα για να φέρω τα πράματά μου.
Σ’ ένα τραπεζάκι τοποθέτησα μερικά αγαπημένα βιβλία. Κάρφωσα στους τοίχους γύρω γύρω ένα σωρό φωτογραφίες από έργα του Γκρέκο, του Πωτουρίτσιο, του Μποτιτσέλι, του Νταβίντσι, του Μιχαήλ Αγγέλου κ.λ.π., αγορασμένες από το Μουσείο του Λούβρου και την Πινακοθήκη του Βατικανού. Χαράματα σηκωνόμουνα, έσκυβα από το παράθυρο στην αυλή και κοίταγα πέρα τον ουρανό και κάτωθέ μου κληματαριές, αμυγδαλιές, φιστικιές, ένα πηγάδι, μια γίδα με το κουδούνι της, ένα κοπάδι όρνιθες… Κι ύστερα η νοικοκυρά μου έφερνε γάλα και καφέ κι εγώ καθόμουνα στο γράψιμο ευτυχισμένος κι αισιόδοξος ή έφερνα βόλτες μέσα στο δωμάτιο χειρονομώντας ζωηρά, καθώς απάγγελνα τους στίχους, που είχα γράψει, δοκιμάζοντας τον ήχο τους με τ’ αυτί.
***
Αντίκρα στ’ ανατολικά παράθυρα της κάμαράς μου στο στενοσόκακο, ήτανε το σπίτι, όπου συνεδρίαζε ο φιλανθρωπικός σύλλογος των γυναικών – όλο ωραία κορίτσια. Κι εκεί δέντρα στην αυλή, μια πυκνή κληματαριά στον τοίχο, περιστέρια στα κεραμίδια του πλυσταριού, απάνου στο ανώφλι της οξώπορτας μια «ρολογιά» (πασσιφλόρα ή κυανή ή παθανθές) είδος κληματίδας, που τ’ άχρωμα κι αντιπαθητικά σαν από κερί λουλούδια της θυμίζανε στη φαντασία των κοριτσιών του συλλόγου τα … πάθη του Χριστού! Μέσα στη σάλα, όταν συνεδριάζανε οι φιλάνθρωπες γυναικείες καρδιές, έπαιρνε το μάτι μου καμιά φορά λίγην άκρη από το ράσο του ιεροκήρυκα Παντελή Φεστίνη, που ήτανε πρόεδρος του συλλόγου κι όταν μιλούσε, τρέχανε ποτάμι τα δάκρυα των γυναικών. Κι όταν καμιά φορά πήγαινε και στο Αγκίστρι, κήρυττε στους χωριάτες, που ονομάζουνε τα πεύκα… γελάδες, το λόγο του Θεού αρβανίτικα.
Καμιά φορά τα κορίτσια, όταν έλειπα εγώ από το σπίτι, ανεβαίνανε στην κάμαρά μου μαζί με την κόρη της σπιτονοικοκεράς, που ήτανε κι αυτή μέλος του συλλόγου, και κοιτάζανε με περιέργεια στον τοίχο τον Αδάμ και την Εύα, τον Άγιο Ιερώνυμο, την Αγία Βαρβάρα κ.τ.λ., και σχηματίζανε την ιδέα πως είμαι κι εγώ από το ίδιο σινάφι των καλών χριστιανών.
***
Μπορεί τα κορίτσια της Αίγινας να έρχονται κάθε καλοκαίρι, πριν αρχίσει η σαιζόν, στην Αθήνα για να ράψουνε τις καλοκαιρινές τουαλέτες τους (πολύς κόσμος παραθερίζει στο νησί από την πρωτεύουσα και τον Περαία και πρέπει να είμαστε εντάξει!)· μπορεί να περιποιούνται και να μεγαλώνουνε τη φυσική τους ομορφιά με όλα τα τεχνητά μέσα της καλλυντικής επιστήμης, από τα λογής κραγιόνια ίσαμε την τσιμπίδα των φρυδιών· όμως η ψυχή τους είναι γεμάτη Θεό. Δεν έχω συναντήσει σε κανένα άλλο μέρος της Ελλάδας τόση θρησκευτική μυστικοπάθεια, όση στο γυναικόκοσμο της Αίγινας. Κι έτσι από απλή χρονογραφική περιέργεια σημειώνω πως στην Αίγινα υπάρχουνε δύο μοναστήρια (των γυναικών είναι από τα μεγαλύτερα της χώρας) και επί τουρκοκρατίας η Παλιοχώρα, η τοτεσινή πρωτεύουσα του νησιού, είχε τόσες εκκλησίες, όπως λέει η παράδοση, όσες ημέρες έχει ο χρόνος!
Είπα πως ο Αδάμ κι η Εύα με το φίδι του πειρασμού στη μέση (έργο του Ραφαήλου), ο Άγιος Ιερώνυμος (Σαν Τζιρόλαμο, έργο του Νταβίντσι) κ.λ.π. είχανε πείσει τα κορίτσια πως είμαι κι εγώ άνθρωπος του Θεού! Γι’ αυτό μου κάνανε την εξαιρετική τιμή να με καλέσουν ένα απόγεμα στον εσπερινό, που θα κάνανε σε μιαν απόμερη εκκλησούλα, στην «Παναγία τη Μυρτιδιώτισσα». Θα ήτανε καμιά τριανταριά κορίτσια, μοναχά κορίτσια κι ούτε μισός αρσενικός, εξόν από μένα, τον άνθρωπο του Θεού!
Όλα αυτά τα κορίτσια και μερικές άλλες γυναικούλες που ήρθανε από τη γειτονιά, ξέρανε τη λειτουργία του εσπερινού απέξω και ψάλλανε χωρίς βιβλίο όλα τα τροπάρια «εν χορώ». Λεπτές κρουσταλλένιες φωνές, δροσάτες σαν το κρύο νερό της βρύσης, αγγελικές και υπερκόσμιες (όλα τότες ήτανε κρουσταλλένια, δροσάτα, αγγελικά, υπερκόσμια!) στέλνανε όλο το πάθος της τρυφερής τους καρδιάς, όλα τ’ ανικανοποίητα συναισθήματα της ζωής, όλα τα θερμά τους νιάτα στον άγνωστο Κύριο, που μένει στους ουρανούς!
Μετά τον εσπερινό όλες μαζί οι κοπέλες, αφού με αποχαιρετήσανε (δε θέλανε να τις δει μαζί μου η κοινωνία και τις παρεξηγήσει) κατεβήκανε από τα ύψη της θρησκευτικής τους έκστασης στο πεζότατο «Κόρτε», τον καθημερινό περίπατο των βέβηλων ανθρώπων, για ν’ αναπνεύσουνε λιγάκι πελαγήσιον αέρα. Άνθρωποι είμαστε!
***

 

 

Πηγή: Η Αθήνα Μέσα στο Χρόνο

About the author

aeginalight

Leave a Comment

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.