Τριγυρνάει χρόνια στο νησί, πουλώντας μικροαντικείμενα στα καφενεία, την ξέρουμε και την αγαπάμε. Ευγενική, διακριτική, με το γλυκό λόγο πάντα στο στόμα, κι άλλοτε ανταριασμένη, να προχωράει και να παραμιλάει, μόνη της, όπως μόνη ζει και κουβαλάει το βάρος της. Σήμερα συναντηθήκαμε, και στα γεια χαρά, τι κάνεις; κ. λ. π. , είπε πως δεν ήταν καλά. Την πονούσε πολύ το κεφάλι της, και σα να μην έχει ανάσα.
«Θες να πεταχτούμε στο Κέντρο Υγείας;»
Με κοιτούσε, πιάνοντας με το ένα χέρι το πονεμένο κεφάλι.
«Να με δει γιατρός;»
«Ναι.»
«Θα θέλει λεφτά;»
«Όχι.»
Με καθυστέρηση μισής ώρας, (Άσε, να δούμε πώς πάω ως αύριο, κι άμα δεν είμαι καλά πάμε τότε), ξαναβρεθήκαμε και ζήτησε να κάνουμε τώρα την επίσκεψη – δεν την κρατούσαν τα πόδια της.
Οι δυο γιατροί που ηρωικά τηρούσαν και σήμερα τον όρκο τους στον Ιπποκράτη μέσα σε όλη την εγκατάλειψη κι απαξίωση που βιώνει το πρωτοβάθμιο σύστημα υγείας μας, την εξέτασαν.
Η οξυγόνωση στο αίμα της άψογη, τα πνευμόνια της πεντακάθαρα, πυρετός 36.8. Μας έγραψαν ένα ντεπόν κι ένα ηρεμιστικό, και κάποιες εξετάσεις για από Δευτέρα, και φύγαμε.
Πήραμε τα φάρμακα, ήταν η ώρα να την αφήσω. Μ’ ένα ντεπόν κι ένα ηρεμιστικό, κι όλο το ζόρι, το αδιέξοδο, το βάρος, πάλι στους κουρασμένους ώμους της.
«Πού μένεις;»
Αυτά που θα πω από δω και κάτω μπορεί και να είναι επινοήματα του νου μου, η δική μου ερμηνεία στο μαλακό, μπερδεμένο, μουρμουρητό:
«Έχω δυο κουβερτούλες, και πάω κοντά στην αστυνομία, γιατί υπάρχουν και κακοί άνθρωποι… αχ, να είχα ένα δωμάτιο, να ξεκουραζόμουνα και λίγο, γιατί όλη μέρα πάνω κάτω και να τα κουβαλάς όλ’ αυτά τα πράγματα μαζί, κουράζεσαι… να’ χα ένα κουζινάκι, να μαγειρέψω και να φάω, ένα μπάνιο να πλυθώ…»
Ένιωσα να γνωρίζω την Άγνωστο της ζωής μου.
Και στο δια ταύτα: ούτε από τον Στουρνάρα περιμένω να μας λύσει τα προβλήματα, ούτε από το Βενιζέλο ή τον Κουβέλη.
Ως κοινωνία μπορούμε να απαιτήσουμε από την εκκλησία να χρησιμοποιήσει τα εγκαταλειμμένα, αναξιοποίητα, κτίσματά της για να γλυκάνει η ζωή κουρασμένων ανθρώπων; Κι οι μοναχές, θα σκέφτονταν αντί να προσεύχονται για τη σωτηρία της ψυχής μας να υπηρετήσουν λίγο πιο άμεσα το «αγαπάτε αλλήλους;»
Κρίμα, κρίμα από το Θεό να μη σταθούμε μια φορά όλοι μας της προκοπής.
Υ. Γ. Προς Εθελοντές Αίγινας:
Το ξέρω πως πάλι εσείς θα ασχοληθείτε, στο βαθμό που μπορείτε, με τον εξαιρετικό, αφανή τρόπο σας. Όποτε έχετε χρόνο και διάθεση θα ήταν τιμή μας να παρουσιάσουμε το κοινωνικό σας έργο.
Β. Τράπαλη

