Της Μichele Μπαστιά
ΧΕΙΜΩΝΑΣ – ΕΙΧΕ ΠΑΕΙ δέκα. Η Ελένη είχε σκουπίσει, είχε καθαρίσει ένα-ένα τα τραπεζάκια και είχε ακουμπήσει τις καρέκλες απάνω τους ανάποδα. Έσβησε τα περισσότερα φώτα και κάθισε κοντά στο παράθυρο να ξεκουραστεί λίγο, να ξεπρηστούν τα χέρια της που την πονούσαν. Μια το κρύο, μια το ζεστό νερό. Κοίταζε την είσοδο του λιμανιού. Δεν την είχε περάσει ποτέ. Ίσως καλύτερα. Ίσως πιο πέρα ο κόσμος να μην ήταν τελικά όπως τον ονειρευόταν. Τα φώτα, το ένα πράσινο, το άλλο κόκκινο, αναβόσβηναν. Σαν παιχνίδι, μια η φυγή, μια η καθήλωση.
Η Ελένη ήταν δώδεκα όταν βοηθούσε τον πατέρα της, ήταν είκοσι με την ποδιά να καλύπτει ίσα-ίσα την κοιλιά της, ήταν πενήντα όταν κρατούσε και το εγγόνι της στην αγκαλιά και πήγαινε τα ουζάκια και τους μεζέδες. Η Ελένη δεν είχε ηλικία. Τον χρόνο που πέρασε τον είδε στα πρόσωπα των άλλων, στις γεννήσεις και τους θανάτους.
Η Ελένη δεν είχε σπίτι. Εδώ περνούσε τις μέρες της. Δεν είχε νησί. Τις βόλτες της, τα ταξίδια της, τα έκανε με το νου της στο δρομολόγιο το καθημερινό. Γνώριζε κάθε ανωμαλία στα καλντερίμια, κοίταξε κάτω, να μη σκοντάψει. Σκεφτόταν καμιά φορά ότι όλα αυτά τα χρόνια δεν είχε δει τις στέγες, τις καμινάδες, το φούντωμα της μπουκαμβίλιας.
Η Ελένη καθόταν εκεί, στο παράθυρο, έξω από το χρόνο, έξω από τον τόπο, έξω από το κουρασμένο της σώμα. Τα φανάρια αναβοσβήνανε. Τα κοίταζε ώρα. Σηκώθηκε, έσβησε και το τελευταίο φως, κλείδωσε το μαγαζί, έβαλε το κλειδί στο ρολόι της ΔΕΗ. Πέρασε απέναντι, ερημιά. Το λιμάνι άδειο. Ακουγόταν μόνο ο γδούπος μιας βάρκας πάνω στο μόλο. Η Ελένη πλησίασε, έσκυψε, έλυσε το σκοινί, και το τράβηξε. Έφερε τη βαρκούλα κοντά, μπήκε μέσα, πήρε τα κουπιά. Έκανε κρύο, δε βαριέσαι. Τράβηξε την πρώτη κουπιά, έβαλε στόχο τη μπούκα του λιμανιού.
Η Ελένη έφυγε για όλα τα λιμάνια του κόσμου. Η Ελένη δεν κοίταξε πίσω της.

