Ή με τι αδιαφορία αντιμετώπισαν την ανάσταση του Λαζάρου
Να θυμηθεί, να ξαναζήσει. Τα εγκώμια πήγαν αλλού
της Michele Μπαστιά.
Το πρώτο πράγμα που θυμάμαι είναι ότι άκουσα το όνομά μου. «Λάζαρε…» Προσπαθούσα να καταλάβω. Προσπαθούσα να ανοίξω τα μάτια μου. Ήταν σα να ξυπνούσα από ένα βαρύ μεσημεριανό ύπνο. Δεν είχα αίσθηση του χώρου. Ήταν σκοτεινά, δροσερά, και κάπου μακριά μια αχτίδα φωτός. Άκουσα πάλι το όνομά μου, «Λάζαρε.» Η φωνή ήταν γλυκιά κι επιβλητική. Προσπάθησα να κουνηθώ, μα μου ήταν δύσκολο. Το σώμα μου ήταν φυλακισμένο.
Άνοιξα λίγο πιο πολύ τα μάτια μου, με δυσκολία. Νύσταζα κι ήθελα να συνεχίσω αυτόν το γλυκό ύπνο. Και πάλι η φωνή, «Λάζαρε…» Κούνησα λίγο το σώμα μου κι άρχισα να βγάζω τα χέρια μου από το σεντόνι. Τα σήκωσα ψηλά, πάνω από το κεφάλι και τα κοίταζα όπως τα μωρά. Σιγά-σιγά κατέβασα το σεντόνι μέχρι τους γοφούς μου. Όλα αυτά αργά. Γιατί εξακολουθούσα να μην καταλαβαίνω πού ήμουνα και γιατί προπαντός βρισκόμουνα εκεί.
Το φως της σχισμής μεγάλωνε όλο και πιο πολύ. Σηκώθηκα. Περπάτησα προς τα κει και ξαφνικά, μέσα σ’ ένα μεγάλο θόρυβο, η πέτρα έπεσε. Τα μάτια μου με πόνεσαν πολύ. Τυφλώθηκα για λίγο και ύστερα, πρώτα σαν σκιές, και μετά ένας-ένας, φάνηκαν μπροστά μου οι συγγενείς μου, οι φίλοι μου, οι συγχωριανοί μου. Τι κάνουν μαζεμένοι όλοι αυτοί εκεί;
Τα πόδια μου τρέμανε. Όταν μπόρεσα να δω καλύτερα, είδα αυτόν το νέο που δεν τον είχα ξαναδεί. «Λάζαρε,» μου είπε, κι αναγνώρισα τη φωνή. Ήταν σα να την είχα ξανακούσει χρόνια πριν και πάλι τώρα. Αλλά είχα χάσει και την αίσθηση του χρόνου. Αυτό το μεγάλο κενό προσπαθούσα να καλύψω. «Γιατί» στεκόμουν εκεί τυλιγμένος σ’ ένα σεντόνι με μια έντονη μυρωδιά από μπαχάρια και μύρα «να μου κόβει την ανάσα;»
Η βοή των ανθρώπων γύρω μου και η έκπληξη στα πρόσωπά τους με ξάφνιασε. Τους κοίταζα, με κοίταζαν κι αυτοί σα να βλέπανε κανένα φάντασμα. Δεν καταλάβαινα. Ύστερα ο ένας μετά τον άλλον πέσανε στα γόνατα γύρω από το νεαρό. Του φίλαγαν τα χέρια, τον φώναζαν «Χριστό» κι έλεγαν «θαύμα.»
Τους κοίταζα. Αυτοί κοίταζαν όλοι το νεαρό. Οι μισοί μου γύρναγαν την πλάτη. Άρχισα σιγά-σιγά να περπατώ μηχανικά. Φαντάζομαι η μνήμη σβήνει δύσκολα. Πέρασα δίπλα τους και πήρα το δρόμο του σπιτιού μου. Περπατούσα, κουρασμένος. Οι φωνές του κόσμου ακούγονταν όλο και λιγότερο. Δεν καταλάβαινα.
Και δεν αισθάνθηκα ποτέ τόσο απόλυτα μόνος.

