φωτογραφία: Νικήτας Π.
Μετά την κραυγή αγωνίας της Πέρδικας, αποφασίσαμε να επισκεφτούμε κι άλλες απομονωμένες λόγω ανέχειας γωνιές του νησιού. Και λέμε λόγω ανέχειας, γιατί την απόσταση θα ήταν αστείο να την επικαλεστούμε. 9 χιλιόμετρα από την πόλη, από το λιμάνι, στον 21ο αιώνα δεν είναι να το λες ούτε του παππά ότι θα μείνει οικισμός ολόκληρος με τις ανάγκες του και τα κουμάντα του σαν καλαμιά στον κάμπο. Και μάλιστα οικισμός παραθαλάσσιος, ένα ψαροχώρι με αρχαία ιαματικά λουτρά για προίκα.
Στη συζήτηση με τους κατοίκους, τρεις γενιές απάντησαν στο ερώτημα πώς βλέπουν την έλλειψη συγκοινωνίας και τι σημαίνει γι αυτούς. Η κάθε μια με τον τρόπο της, κι έχει ενδιαφέρον να ακούσουμε τις απαντήσεις. Συνθέτουν ένα ενδιαφέρον τοπίο.
Εκπρόσωπος της πρώτης γενιάς ήταν η κυρία Ευαγγελία Λεούση. Γύρω στα 80, κοτσονάτη, αρχόντισσα, με χιλιάδες αντάρες προφανώς στο βιογραφικό της, είναι ταυτόχρονα ψύχραιμη κι αγανακτισμένη. Ψύχραιμη γιατί θυμάται τα παλιά χρόνια, που ερχόταν από τον Πειραιά με τα καΐκια, του Καλαμάρα, του Σπυριδάκη, ή με τον πορτοκαλί Ήλιο και την Καμέλια, κι οδικά μπορούσες να κυκλοφορήσεις μόνο με τις άμαξες, ένα ταξί – του Σκούρου – (μια Φορντ που έπαιρνε 7 άτομα συν τον οδηγό) κι ένα λεωφορείο – πάλι του Σκούρου, που σε έφερνε μέχρι το Άρωμα. Αλλά απ’ όπου περνούσες, θυμάται ακόμα, η Αίγινα ήταν γεμάτη αμπέλια και συκιές (εξ ου κι η ψυχραιμία, πιθανόν).
Αγανακτισμένη είναι η κυρία Ευαγγελία επειδή σήμερα για λόγους υγείας πρέπει να κατεβαίνει 2 φορές τη βδομάδα στο νοσοκομείο, κι αφού δεν υπάρχει συγκοινωνία αναγκάζεται να δίνει 15 και 15 ευρώ την κάθε φορά στο ταξί, οπότε η σύνταξη δε βγαίνει. Απλό και κατανοητό.
Περνάμε στη δεύτερη γενιά, τη Βασιλική Αδαμοπούλου. Η Βασιλική νιώθει επίσης προδομένη. Ήρθε να εγκατασταθεί στο νησί πριν 2 χρόνια, για να ησυχάσει από τον ορυμαγδό της εποχής, και βρέθηκε στη Σουβάλα, αποκομμένη ξαφνικά απ’ όλες τις δραστηριότητες του τόπου που διάλεξε να ζήσει. «Έχουν ένα δρομολόγιο στις 7 το πρωί κι ένα στις 2.30 το μεσημέρι, κι αυτά για όσο θα λειτουργούν τα σχολεία. Το καλοκαίρι τι θα γίνει; Ούτε το οτοστόπ δε λειτουργεί, μια φορά ήμουνα δυο ώρες στο δρόμο και δε βρέθηκε άνθρωπος να με πάρει. Ήθελαν κάποιοι φίλοι να έρθουν το Πάσχα, κι όταν τους είπα για τη συγκοινωνία το ματαίωσαν. Είναι δύσκολες οι εποχές, για όλους, αν δεν υπάρχει μια στοιχειώδης υποδομή πού να πας, και πώς;»
Καθότι ενεργή κι ανθεκτική, έκανε όποιες κινήσεις μπορούσε, απευθύνθηκε στην περιφέρεια, κι έχει και συγκεκριμένη πρόταση να καταθέσει που θα εξυπηρετήσει το νησί έστω τουριστικά: «Τουλάχιστο, για τους καλοκαιρινούς μήνες ας βάλουν καΐκια να πηγαινοφέρνουν τους τουρίστες κι εδώ, και στην Αγία Μαρίνα, την Πέρδικα, τις Πόρτες, αν δεν υπάρχουν λεωφορεία. Όλοι οι ξένοι αγαπάνε τη βαρκάδα.»
Και η δική της θέση απολύτως απλή και κατανοητή.
Τέλος, ακούμε και την 3η γενιά, τον Σπύρο Λεούση, οικοδεσπότη μας στην κουβέντα που κάνουμε, μιας κι είναι ιδιοκτήτης της καφετέριας Νότος, όπου έχουμε κάτσει να τα πούμε. Το απόγευμα στο περίπου έρημο ψαροχώρι, μαγικό. Σκοτεινή πινελιά, τα κλειστά μαγαζιά, η υποτονική κίνηση. Μα ο Σπύρος δηλώνει έτοιμος να κάνει τη ζωή του όπως τη θέλει. Τίποτε δε φοβάται, ούτε την έλλειψη συγκοινωνίας, ούτε την οικονομική συγκυρία, τίποτε. Πιστεύει πως όταν κάνεις καλά τη δουλειά σου, ο κόσμος θα βρει τον τρόπο να έρθει. Και μάλιστα φέτος πηγαίνει καλύτερα από πέρσι. Απλώς φροντίζει να προσφέρει ό, τι καλύτερο. Και να ακουμπάει στα όνειρά του – στο τραγούδι για παράδειγμα. Όπου επίσης κάνει, ως ερμηνευτής, ό, τι καλύτερο μπορεί. Αλλά αν τον ρωτήσεις για τα πολιτικά, δεν πιστεύει σε τίποτε και σε κανέναν «έτσι όπως τα έχουν κάνει.» Ούτε στους παλιούς, ούτε στους καινούριους. Σε κανέναν. Το μόνο που πιστεύει είναι ότι αν κάνεις καλά τη δουλειά σου, θα πας καλά.
Κι αυτό απλό και κατανοητό. Πέρα από ελπιδοφόρο.
Είναι περίπλοκη ιστορία η ζωή.
Βικτώρια Τράπαλη.
φωτογραφίες Κομνηνός Α.



