Όσο μακρυά μπορεί να πάει ο νους, ποτέ δε φτάνει..
… εκεί που μπορεί να φτάσει η καρδιά…
~Βίκτωρ Ουγκώ~
«…. -Παπποῦ ἀγαπημένε, εἶπα, δῶσ’ μου μιὰν προσταγή.
Χαμογέλασε, ἀπίθωσε τὸ χέρι ἀπάνω στὸ κεφάλι μου, δὲν ἦταν χέρι, ἦταν πολύχρωμη φωτιά. Ὣς τὶς ῥίζες τοῦ μυαλοῦ μου περιχύθηκε ἡ φλόγα.
-Φτᾶσε ὅπου μπορεῖς, παιδί μου…
Ἡ φωνή του βαθιά, σκοτεινή, σὰν νὰ ‘βγαινε ἀπὸ τὸ βαθὺ λαρύγγι τῆς γῆς.
Ἔφτασε ὣς τὶς ῥίζες τοῦ μυαλοῦ μου ἡ φωνή του, μὰ ἡ καρδιά μου δὲν τινάχτηκε.
-Παπποῦ, φώναξα τώρα πιὸ δυνατά, δῶσ’ μου μίαν πιὸ δύσκολη, πιὸ κρητικιὰ προσταγή.
Κι ὁλομεμιάς, ὣς νὰ τὰ πῶ, μιὰ φλόγα σούριξε ξεσκίζοντας τὸν ἀέρα, ἀφανίστηκε ἀπὸ τὰ μάτια μου ὁ ἀδάμαστος πρόγονος μὲ τὶς περιπλεγμένες θυμαρόριζες στὰ μαλλιά του κι ἀπόμεινε στὴν κορφὴ τοῦ Σινᾶ μιὰ φωνὴ ὄρθια, γεμάτη προσταγή, κι ὁ ἀέρας ἔτρεμε:
-Φτᾶσε ὅπου δὲν μπορεῖς!…»
(Νίκος Καζαντζάκης, ἀναφορὰ στὸν Γκρέκο, σελίδα 23, ἐκδόσεις Ἑλ. Καζαντζάκη, Ἀθῆναι 1965)
Ἔρχεται μία στιγμὴ στὴν ζωὴ κάθε ἀνθρώπου ποὺ πρέπει κάτι νὰ δῇ, ἢ κάτι νὰ ἀλλάξῃ ἢ κάτι νὰ μάθῃ.
Ἔρχεται μία στιγμὴ γεμάτη ἔντασι, γεμάτη πίεσι καὶ συνήθως πολὺ πόνο, ποὺ πρέπει νὰ κρατήσῃ τὴν ψυχραιμία του ὁ ἄνθρωπος καὶ νὰ πάρῃ τὶς ἀποφάσεις του.
Ἔρχεται μία στιγμὴ στὴν ζωή μας, τέτοια, ποὺ ὅμοιά της δὲν ἔχουμε ξαναζήσει.
Εἶναι ἐκεῖνα τὰ λιγοστὰ δευτερόλεπτα ποὺ μᾶς ἀλλάζουν διὰ παντὸς τὴν πορεία μας.
Ἐκεῖνα τὰ μικρὰ σὲ χρόνο δευτερόλεπτα, ποὺ ὅμως μοιάζουν σὰν αἰωνιότητα.
Μία στιγμή μας.. Ὅλη μας ἡ ζωή ἀνάποδα… Διαφορετικά… Ἀλλοιώτικα.
Αὐτὴ ἡ ῥημάδα, ποὺ ξέρουμε κατὰ βάθος πὼς θὰ φθάσῃ, ἀλλὰ ποτὲ δὲν εἴμαστε ἕτοιμοι νὰ τὴν ἀντιμετωπίσουμε.
Ἐκείνη ἡ στιγμή, ποὺ μοιάζει μὲ θάνατο, ἀλλὰ τελικῶς εἶναι ἀνάστασις. Εἶναι αὐτὸ τὸ κάτι ποὺ μᾶς κάνῃ νὰ πάρουμε τὶς ἀποφάσεις μας καὶ νὰ σταθοῦμε πιὸ ὄρθιοι, πιὸ δυνατοί, πιὸ ὑπεύθυνοι. Ἢ νὰ πεθάνουμε .
Μϊα φωνή μέσα μου, πολὺ δυνατὴ καὶ καθάρια, μοῦ φωνάζει:
«φθᾶσε ὅπου δὲν μπορεῖς!»

