ΣΥΝΟΜΙΛΙΕΣ

Και τώρα ειλικρίνεια!

Written by aeginalight

Ανεβαίνω το δρόμο της Κολώνας. Είμαι αποφασισμένη να σύρω τα ποδάρια μου μέσα στην πιο ευλογημένη, πιο συνταρακτική διαδρομή. Η πατούσα μου απέχει δύο πόντους από το σφάλμα της ασφάλτου. Νιώθω το πυρωμένο τσιμέντο, βλέπω την πάλλευκη σάρκα μου να κοκκινίζει  και έναν ήλιο καλοκαιρινό, υπέρλαμπρο τον νιώθω, να μου φέρνει το ιδανικό άρωμα της εποχής. Τα βήματά μου ταιριάζουν και ανακατεύονται αναπόφευκτα μ’ ένα καθημερινό δρομολόγιο ενός μεγάλου Έλληνα. Ανατριχιάζω σύγκορμη, νιώθω πως κρυώνω κι ας έχω ιδρώσει. Η ψυχή μου είναι που ξεπαγιάζει παρά το σώμα μου. Μου’ ρχεται στο νου η φωτογραφική κορμοστασιά του Καζαντζάκη. Αισθάνομαι σαν ένα χέρι να με τραβά σε εκείνα τα στρέμματα της Αίγινας που φωτοβολούν και ξεχειλίζουν στο πρώτο αντάμωμα του ματιού.  Περπατώ με τη λαχτάρα να μείνω κάμποσα λεπτά και να αγναντεύω μια έρημη πέτρα με λαξεμένα δύο- τρεις  ντουζίνες γράμματα. Αυτήν την τροπή παίρνει η βόλτα μου· να βγω για λίγο από τον κόσμο της συνήθειας και να βρω ένα μονοπάτι πιο παλιακό για να ξεφύγει το μυαλό μου, να αναθαρρέψει λιγουλάκι η φαντασία μου.

Πέρα από τα απρόσκλητα μεγαθήρια ξενοδοχεία, λογιάζω πως όλος ο δρόμος και ο κόσμος που απλώνεται γύρω του, γύρω μου, είναι ολόδικός μου –έστω για δέκα λεπτά. Μετρώ τα βήματα σα να κλειδώνω σε τετραγωνικά την προίκα μου. Κοιτώ τα νησιά απέναντι σα να’ ναι γλάστρες στο παραθύρι μου. Όσο τα κύματα σφυρίζουν, τόσο πιο γοργά και επιτακτικά ξεπηδούν στίχοι, μελωδίες, φράσεις της παραδείσου. Αισθάνομαι να’ χω τις ευθύνες όλης ετούτης της ομορφιάς κι αυτές να με μπήγουν πιο βαθιά στα τσιμέντα και τα χώματα όπως προχωρώ στη λεωφόρο.

Αφουγκράζομαι αισθαντικά έναν κόσμο και ξάφνου οσφραίνομαι έναν άλλο, τον πραγματικό που με κατεβάζει άρον- άρον από το όνειρο θυμίζοντάς μου πως γι’ αυτό το ταξίδι του μυαλού πληρώνω ακόμη τις δόσεις. Δεν κρατιέμαι, αλλά δε μπορώ να απολαύσω για ώρα τη χαρά του, είναι δανεική, είναι δανεικός από μια άλλη εποχή ο κόσμος που παίδεψε η ύπαρξή μου. Φτάνω σε μια πιθαμή του δρόμου. Τη νιώθω πιότερο ξένη προς το όνειρο. Μου χαλά τη γαλήνη, μου γκρεμίζει ολότελα την αισθητική. Η εικόνα μ’ αρρωσταίνει, η μυρωδιά μού ζαλίζει το νου, με προσγειώνει και μου ρίχνει το πιο ανατρεπτικό της χαστούκι.

Απ’ τα αριστερά παλεύω να ξανασμίξω με τα χρώματα της φύσης. Στα δεξιά τη βρίσκω νεκρή να κείτεται, ποιος ξέρει από πότε σε μαύρες ασφυκτικά γεμάτες σακούλες. αγκαλιά με στρώματα, με έπιπλα και ντουβάρια. Η ευθύνη με κάνει ένα με το δρόμο. Είναι άδειοι οι κάδοι και τα σκουπίδια μας είναι τριγύρω. Να η πραγματική ευθύνη. Μολύνω «την άκρη της παραδείσου», μολύνω το διάβα, απορώ για τη ‘ράτσα’ μου που δε σέβεται το συνάνθρωπο που περπατά, που δε λογαριάζει το όποιο βάσανο της γης! Βρίσκομαι ενώπιον του ίδιου μου του εαυτού. Κάτι μου ‘τσινά’ σε όλη τούτη την ομορφιά που κοιτάζω και νιώθω και ψάχνω να ‘βρω την αφορμή. Και να’ σου: Χορτάρια, κλαδέματα, ένα σωρό πράματα, σκουπίδια ντάνες άλλου είδους ή φύσης. Προσπαθώ να με πείσω, μιας και καθ’ όπως βλέπω, φταίω και φταίω πολύ για το χάλι του τόπου μου. Τι έκανα λάθος; Κληρονόμησα ένα τέτοιο τοπίο και μαζί και μια ανάγκη να διατηρώ τα γύρω μου στην εντέλεια.

Απέτυχα! Μπορεί να μην είμαι εγώ αυτή που μόλυνε και εξακολουθεί τόσο κυνικά να μολύνει, αλλά δεν κάνω τίποτα. Μένω με τα χέρια σταυρωτά να συλλογίζομαι, «γιατί άραγε να βρίσκομαι ενώπιον αυτής της δυστυχίας, αυτής της εικόνας και ετούτου του κινδύνου;» Ίσως δεν καταλαβαίνω πως το να πρωτοστατώ στην αδιαφορία δεν τιμά τον τόπο μου που δυσφημείται σαν άλλος σκουπιδότοπος, δε μπορώ να βάλω στο νου μου τις τόσες σκέψεις που βάζει αντικρίζοντας την εικόνα ετούτη το κάθε ανθρώπινο μυαλό, αλλά και με ποια μέσα τις μετατρέπει σε λέξεις· πού, πότε, πώς, σε ποιόν τις εκφράζει και τι απάντηση παίρνει;

Προχωρώ, πλησιάζω και προσπερνώ, με ένα πλάκωμα, το σπίτι του Καζαντζάκη. Πόσο οξύμωρες είναι οι εικόνες, θεέ μου! Στρέφομαι, πια, προς Καβουρόπετρα μεριά. Κι όπως βαδίζω και ξεπερνώ τα μέτρα που πάτησα ποτέ με τα πόδια, έρχομαι αντιμέτωπη με ένα άλλο εντελώς διαφορετικό αίσθημα. «Κάποιος μου κάνει πλάκα!». Βρίσκομαι σε άλλον τόπο. Ξεσκισμένες σακούλες, μισολιωμένες από τη ζέστη και την πολυκαιρία, διασχίζουν με τη βοήθεια του λιγοστού αέρα και των αυτοκινήτων όλο το δρόμο, πέφτουν στη θάλασσα, σκορπίζονται στην ανηφόρα, καταλαμβάνουν το έρημο και με ξερά αγριόχορτα απέναντι χωράφι. Αισθάνομαι μεν σαν ηρωίδα –πάντα το ήθελα-, ηρωίδα μιας γης που πονά, ενός τόπου που τραγικοποιεί τους κατοίκους του, ή και που οι ίδιοι απλώνουν ολόγυρά τους τον ορισμό της τραγικής ειρωνείας.

Ποια είναι η δική μου ευθύνη σε τούτη την κατάσταση; Και τώρα ποιος φταίει; Μπορώ να πείσω τον εαυτό μου για κάτι που δεν είναι αρμοδιότητά μου; Αρχίζω τώρα να καταλαβαίνω πόσο λίγες είναι οι βρισιές στους δρόμους, πόσο τίποτα μου φαίνονται τα οχήματα της καθαριότητας που,    είναι αλήθεια, έχω καιρό να πετύχω τις ώρες της ημέρας στο διάβα μου, όπως άλλοτε. Σιγά –σιγά σταχυολογώ και μοιράζω όσα άκουγα. Δηλαδή, έναν κόσμο να ωρύεται, όπου σταθεί και όπου βρεθεί, δικαιολογημένα εικάζω μετά από όλα αυτά και έναν δήμο, ένα δήμαρχο που πηγαινοέρχεται σε φιέστες, αλλάζοντας με προφάσεις και κατόπιν εορτής αντιδήμαρχο καθαριότητας. Και ο κόσμος σε όλο αυτό; Σπρώχνεται μαζί με ένα κάρο ανεπιθύμητους και ενοχλητικούς στο διάβολο;

Εγώ, οι φίλοι μου, οι συγγενείς μου, οι τόσοι άλλοι που λένε πως η καταγωγή τους είναι αιγινήτικη και όλοι αυτοί που έρχονται στην Αίγινα ως παραθεριστές, δε μένουν, δε θα έπρεπε να μένουμε αμέτοχοι. Αν με ρωτάτε και όλους εμάς τους υπόλοιπους, γιατί δεν παίρνουμε  τα οχήματα να αλώσουμε τους κάδους, να λάμψουμε την περιοχή, είναι γιατί παρά τα όσα μας λένε τα μάτια μας, νιώθουμε μια κοροϊδία. Και εμείς, μια διοίκηση που δε βγαίνει να πει πως δε μπορεί, πως θέλει βοήθεια, πως αναζητά την υπομονή μας και δεν ανοίγει τα χαρτιά της να μας πει τα πλάνα της, δε μπορούμε να τη βοηθήσουμε. Ούτε να κολλήσουμε χαρτιά στους κάδους με ένα κρύο δελτίο τύπου, ούτε να δείξουμε την ανοχή σε λόγια κονσέρβας για πραγματικά προβλήματα που όλο και παλιώνουν. Αν αναρωτιέται και θυμώνει η διοίκηση για τα μύρια όσα που ακούει, τότε μια εξήγηση είναι πως ποτέ δε βγήκε με όλη την επισημότητα και τη σταθερότητα και το δυναμισμό να πείσει και να φανερώσει με ειλικρίνεια ό, τι συμβαίνει στον τόπο.

Είναι ξεκάθαρο, κανένας μας ποια δεν περιμένει τί-πο-τα από τη διοίκηση του δήμου. Για ανακοινώσεις είναι αργά, για σύσφιξη των σχέσεων με τους δημότες ακόμη πιο αργά. Δεν περιμένουμε καμιά πανάκεια από τη δημαρχεία, καμιά υπόσχεση δε θα ανεχτούμε τώρα που έρχονται εκλογές. Θέλαμε απλώς, έναν τόπο καθαρό (το πρόβλημα με το νερό το’ χουμε συνηθίσει). Όταν μου χαλάς με την απερισκεψία και την τόση σου απάθεια τη βόλτα μου, όταν δε με εμπιστεύεσαι να προχωρήσουμε μαζί στη λύση, λυπάμαι, αλλά δε μπορώ ούτε να σε ακούω, ούτε καν να συναινέσω.

 

Τόνια Ζαραβέλα

About the author

aeginalight

Leave a Comment

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.