Μόλις τελειώνει το τελετουργικό και οι μοιρολογίστρες ετοιμάζονται να σηκώσουν τον Λειδινό, προβάλει ένας μεθυσμένος φωνάζοντας και τρικλίζοντας.
Ε μωρέ Κυψελιώτισσες κάντε λιγάκι πίσω
τον φίλο μου τον Λειδινό ν΄ αποχαιρετίσω
—–
Οι γυναίκες παραμερίζουν και κείνος πάει κοντά. Βγάζει ένα χαρτί και τα γυαλιά του από την τσέπη μουρμουρίζοντας και αρχίζει να διαβάζει.
—-
Αγαπημένε Λειδινέ είναι μεγάλο κρίμα
που φεύγεις έτσι άδοξα και συ της κρίσης θύμα.
——
Άνθρωποι σαν του λόγου μας πεθαίνουν κάθε μέρα
από την έγνοια την πολύ πώς να τα βγάλουν πέρα.
—–
Αλλά για τον καθένα μας μια χήρα βαλαντώνει
κι΄ αν δεν αφήσεις σύνταξη κλαίει και σε μουτζώνει.
—–
Για σένα οι Κυψελιώτισσες θρηνούνε και κτυπιούνται
τι έχουν΄από σένανε τάχατες να θυμούνται;.
—–
Το μάτι του πέφτει στο γουδόχερο και ξαφνιασμένος το σκεπάζει με το καπέλο του. Μετά περιεργάζεται τις γυναίκες ολόγυρα και χαμογελάει.
Λυσσάρες….. Γι΄ αυτό μωρέ πλαντάζετε και λιώνετε στο κλάμα
που βλέπετε το τροφαντό και ντούρο τέτοιο πράμα;
—–
Κατανοώ την θλίψη σας και τον μεγάλο πόνο
αλλά ( δείχνει το κοινό) πόσες το βλέπουν απ΄ αυτές μία φορά τον χρόνο;
——
Ρωτήστε τες. Λυσσάρες….
Απ΄ την πολύ λιτότητα και τα σκληρά μνημόνια
καπνοσακούλες αδειανές γίναν τα παντελόνια.
—–
Αλλά μην απελπίζεστε κανένας δεν μας φταίει
Εμείς που πουληθήκαμε και γίναμ΄ Ευρωπαίοι.
Γιές ο Γιάννος νο η Παγώνα, πάει το κέρατό μας γόνα.
Η φουστανέλα ήταν βαριά, άγαρμπο το τσαρούχι
γίναμε ψαλιδόκωλοι της Μέρκελ οι ευνούχοι.
——
Ξεχάσαμε τον Αιακό σβήσαμε την Αφαία
κι΄ από μεγάλα αφεντικά φορέσαμε λιμπρέα.
—–
Έτσι αλλάζουν οι καιροί γοργά και μάνι-μάνι
οι γίγαντες πεθάνανε και κυβερνούν οι νάνοι.
—–
Ξεχάστε τώρα τους παλιούς τι κάναν οι αρχαίοι
τον Καλλικράτη τον κρατούν στα χέρια οι δημαρχαίοι,
—–
που μόλις βρούν τα δύσκολα και τους θερίσ΄ η πείνα
μαζί με τους πρωθυπουργούς βολίδα για την Κίνα.
——
Και την πρωτιά την έκλεψε ο δήμαρχός μας πάλι
που είναι διορατικό πολιτικό κεφάλι.
—–
Μα οι Κινέζοι απ΄ την χαρά, τον ενθουσιασμό τους
ούτε που τον προσέξανε τον πήραν για δικό τους.
——
Και γύρισε πανευτυχής πώς να το πω…..δε θέλω
μένα τριγωνικό ψαθί που μοιάζει με καπέλο.
——
Κι΄ είπανε και λέγανε απ΄ το πρωί ως το βράδυ
το ξίδι το βαφτίσανε και τόπανε γλυκάδι.
——
Ουτε οι νύν μιλούν πολύ, μα ούτε και οι τέως
κανένας δεν μας εξηγεί πως φούσκωσε το χρέος.
——
Άκου λοιπόν τι θα σου πω και βάλτο στο μυαλό σου
κανένας πιά δεν νοιάζεται για σε και το καλό σου.
—–
Όλοι σου λένε ψέματα παίζουν με τον καημό σου
και την αλήθεια θα την δεις μονάχα στ΄ όνειρό σου.
—–
Ο ύπνος είναι θάνατος κι΄ ο νους σε ξεγελάει
γιάτ΄ έτσι κάπως βρέθηκα στου Αιακού το πλάι.
Φέραμε γύρα το γιαλό και το νησί μας σβούρα
Και είδαν τα ματάκια μου του κόσμου τη σαβούρα.
—–
Πέλαγος το σκουπιδαριό, οι δρόμοι ρημαγμένοι
Η Παλιαχώρα έρημη κι΄ Αφαία ξεχασμένη.
—–
Το όρος μοιάζει θλιβερό και η κολώνα πέφτει
γέρνουν τα Καποδιστριακά και μείς ζητάμε φταίχτη
—–
Γλυκό νεράκι πουθενά. Πηγάδια ξεραμένα
η φιστικιά ψυχορραγεί, ρέματα μπαζωμένα.
—-
Και ξαφνικά βρεθήκαμε γοργά και μάνι- μάνι
μπροστά στη μήκος του γιαλού, στη μπούκα, στο λιμάνι.
—–
Για δές μου λέει ο Αιακός δείχνοντας με τα χέρια
γιατί φωτογραφίζονται εκείνα τα ξεφτέρια;
—–
Κάνω δυο βήματα μπροστά πραγματικά και είδα
ένα μπουλούκι κορδωτό μπροστά στην πινακίδα.
—–
Τάχατες διαφήμιζαν κάποιο έργο τους μεγάλο
που πρέπει να’ταν σίγουρα κομματικό ρεγάλο.
—–
Ορίστε λέει ο βασιλιάς, κομμάτι χολωμένα
με τη φωνή τρεμάμενη και μάτια βουρκωμένα.
—–
Εδώ ο τόπος χάνεται, χάνεται και βουλιάζει
και η ζαβή παρέα εκεί χαίρεται και γιορτάζει.
—–
Σου το’ πα μια σου το’ πα δυο θα σου το πω και πάλι
αν καταντήσεις σαν κι΄ αυτούς, στο πήρα το κεφάλι.
——
Παρ΄ το σπαθί σου Αιακέ και φύγ΄ από κοντά μου
δεν θέλω να’ μαι δήμαρχος ούτε στα όνειρά μου.
——
Πετάχτηκ΄ από τον ύπνο μου και ήμουν ιδρωμένος
Μπα…άλλοι τα κάνουν τα στραβά και γώ θα βγω μπλεγμένος;.
——-
Και πώς να γίνω δήμαρχος εγώ ξενοκαρφίτης
ο δήμαρχος της Αίγινας πρέπει να ναι γνήσιος
γκάγκαρος Αιγινήτης.
—-
Ανακουφίστηκα λοιπόν και χάρηκα που τάπα
να ζήσουν να τους χαίρεστε και φάτε τους στη μάπα.
—–
Γυρίζει στον Λειδινό.
Εσύ θα φύγεις Λειδινέ μα θα ξανάρθεις πάλι
Αλλά θα βρεις την Αίγινα στο ίδιο μαύρο χάλι.
——
Πάλι θα ακούσης φούμαρα, λόγια και υποσχέσεις
Κι΄ αν δεις ν΄ αλλάζει τίποτα εμένα να με χέσης.
—–
Καλό ταξίδι Λειδινέ, αλλά αυτό το θέλω (πιάνει το καπέλο)
λυσσάρες τώρα κλάψτε τον το παίρνω το καπέλο.
——
Οι γυναίκες αρχίζουν πάλι το μοιρολόι και ο μεθυσμένος αποχωρεί από την σκηνή.
Κυψέλη 22/5//2013
Άγγελος Σερέτης

