ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Τι είχε αποκαλύψει ο Φρέντυ Γερμανός για τον Αλέκο Σακελλάριο;

Ο ΑΛΕΚΟΣ ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΣ μοιάζει με την Αμερική! Πρώτα ανακαλύφθηκε απ’ τους Ινδιάνους και μετά απ’ τους Ευρωπαίους.
Στην περίπτωση του Αλέκου οι Ινδιάνοι ήταν το πλατύ και μεγάλο κοινό, που τον έκανε, πολύ γρήγορα, με το αλάθητο ένστικτο του, εθνικό συγγραφέα της Ελληνικής κωμωδίας: «Ποιος το έγραψε; Ο Σακελλάριος. Εντάξει, πάμε».

 

Διαβάστε ένα αποκαλυπτικό κείμενο του μεγάλου Έλληνα δημοσιογράφου, χρονογράφου και ευθυμογράφου Φρέντυ Γερμανού για τον Αλέκο Σακελλάριο, που -όπως λέει- ίσως, ήταν ο εξυπνότερος Έλληνας!..

Ο ΑΛΕΚΟΣ ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΣ μοιάζει με την Αμερική! Πρώτα ανακαλύφθηκε απ’ τους Ινδιάνους και μετά απ’ τους Ευρωπαίους.
Στην περίπτωση του Αλέκου οι Ινδιάνοι ήταν το πλατύ και μεγάλο κοινό, που τον έκανε, πολύ γρήγορα, με το αλάθητο ένστικτο του, εθνικό συγγραφέα της Ελληνικής κωμωδίας: «Ποιος το έγραψε; Ο Σακελλάριος. Εντάξει, πάμε». Ήταν μια φράση, που την άκουγες, πολύ συχνά, στη δεκαετία του ’50 και στη δεκαετία του ’60.
Και οι Ευρωπαίοι; Οι Ευρωπαίοι ήταν η βλοσυρή μας διανόηση, που δεν ήθελε ν’ ανακαλύψει τον Σακελλάριο. Δεν της άρεσε, που έβγαζε γέλιο —δεντου συγχωρούσε αυτόν τον ευθύβολο τρόπο, με τον οποίο επικοινωνούσε με το κοινό του. Ως γνωστό, για μια μερίδα ψυχασθενών διανοουμένων μας, η επικοινωνία είναι ποινικό αδίκημα.
Θα χρειαζόταν να περάσουν κάμποσα χρόνια, θα έπρεπε να διαβούμε το κατώφλι της δεκαετίας του ’70 και της δεκαετίας του ’80, για να παραδεχτούν τον Σακελλάριο ακόμα και οι αρνητές του. Θα έπρεπε όλοι εμείς, τα παιδιά της δεκαετίας του ’50 να γίνουμε ώριμοι άντρες (ή μήπως μεσόκοποι, Αλέκο;) για να καταλάβουμε ότι το «Ένας ήρωας με παντόφλες», το «Οι Γερμανοί ξανάρχονται», το «Θανασάκης ο πολιτευόμενος», δεν ήταν απλώς μερικές απ’ τις ευφυέστερες κωμωδίες, που γράφτηκαν στην ελληνική γλώσσα. Ήταν, πίσω απ’ την ανάλαφρη σαντιγί που σκέπαζε την εύγευστη τούρτα, βαθιές τομές στην ελληνική πραγματικότητα. Απλώς ο Σακελλάριος δεν διαφήμιζε το νυστέρι του. Σε εγχείριζε, χωρίς να το καταλάβεις – σε αντίθεση με μερικούς βαρύγδουπους χειρούργους των Ελληνικών Γραμμάτων, που έμεναν με το νυστέρι στο χέρι. Χωρίς να προλάβουν καν ν’ αφαιρέσουν ούτε μια σκωληκοειδή απόφυση!
Σήμερα, βέβαια, ο Αλέκος Σακελλάριος έχει, πια, ανακαλυφθεί. «Είναι ο εξυπνότερος Έλληνας», παραδέχονται ακόμα και οι στήλες, που τον αντιμετώπιζαν, συνοφρυωμένες, πριν από 20 χρόνια. Τα διηγήματα του, δημοσιεύονται σε περιοδικά λογοτεχνικών προδιαγραφών, ανάμεσα σε σελίδες του Κώστα Ταχτσή και σε γραφτά του Νόρμαν Μαίηλερ. Η «Λέξη», που σνομπάρει συχνά τον Τένεση Ουίλλιαμς αναλύει με πολύ σεβασμό τον «Θανασάκη τον πολιτευόμενο». Ο Σταύρος Ξαρχάκος (άλλο καθαρόαιμο, προϊόν της κουλτούρας του ’60), δίνει με πολλή συγκίνηση στον Σακελλάριο το ασημένιο μετάλλιο του Δήμου.
Τι σημαίνουν, άραγε, όλα αυτά; Σίγουρα τίποτε το ουσιαστικό για τον Αλέκο που, έχοντας στο συρτάρι του 170 αγαπημένα έργα, δεν είχε ανάγκη απ’ αυτές τις περγαμηνές.
Τις είχαμε όμως, ανάγκη όλοι εμείς, οι Κολόμβοι της δεκαετίας του ’80.
Γι’ αυτό και τον ανακαλύψαμε…

ΣΤΑΜΑΤΑΩ σε μια φράση, που ανέφερα προηγουμένως: «Ο Σακελλάριος είναι, ίσως, ο εξυπνότερος Έλληνας». Διαισθάνομαι ότι πίσω απ’ αυτό το βολικό εύσημο κρύβεται μια διάθεση υποβάθμισης. Ο Αλέκος εκτός από έξυπνος είναι κι ένας ευαίσθητος άνθρωπος. Τα διηγήματα του είναι ένα πρώτο δείγμα. Μπορείτε να φανταστείτε το Σακελλάριο να δακρύζει; (Ίσως και να κλαίει;) Αν διαβάσετε τα πεζά θα μπορέσετε.
Θυμάμαι ένα χρονογράφημά του. Το ‘χε γράψει για τη γυναίκα του Γιώργου Τζαβέλλα που, αν δεν κάνω λάθος, είχε πεθάνει παραμονή Χριστουγέννων: Ήταν ένα μικρό αριστούργημα. Δεν είχε τίποτε το μελό (οι μάστορες της σάτιρας ξέρουν να περνούν από ένα αόρατο φίλτρο τη συγκίνηση τους – ένα φίλτρο που λείπει, συχνά, απ’ την άλλη όχθη), αλλά είχε μια δύναμη που σε άρπαζε απ’ το λαιμό. Σίγουρα ο Αλέκος είχε δακρύσει, γράφοντάς το. Δεν τον ρώτησα ποτέ – αυτά τα πράματα, απλά, δεν τα ρωτάς.
Τα νιώθεις.
Για μένα, το πρόβλημα του Αλέκου ήταν, βασικά ένα: Είχε πολλά ταλέντα, που στριμώχνονταν, συνέχεια, μέσα του, προσπαθώντας να πάρει, κάποιο απ’ όλα, σειρά. Έγραφε κωμωδίες, αλλά, αν τον κλείδωνε κάποιος, για μερικές ώρες ή για μερικούς μήνες, σ’ ένα γραφείο -όπως έκανε ο Βλάσης Γαβριηλίδης στον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη- θα μπορούσε να μπει, άνετα, στο μαγικό αυλάκι της πεζογραφίας, οδοιπορώντας κάπου ανάμεσα στον Μάρκ Τουαίν και στον Τσέχοφ. Σκηνοθετούσε ταινίες του Φίνου και, την ίδια ώρα, έγραφε μερικά απ’ τα πιο ρομαντικά τραγούδια του ελληνικού πενταγράμμου. 
— Ξέρεις πού έγραψα το «Σαν κι απόψε;» μου είπε, κάποτε,στην τηλεόραση, προσπαθώντας για μια ακόμα φορά ν’ απομυθοποίησει τον εαυτό του, με την εντιμότητα του γνήσιου ρομαντικού; «Μέσα σ έναν καμπινέ, όταν ήμουν φαντάρος!»

ΗΤΑΝ ο πρώτος μου καλεσμένος στην πρώτη μου ζωντανή εκπομπή, το 1966. (Όχι στο «Αλάτι και Πιπέρι», αλλά στο «Καλειδοσκόπιο», που ήταν ο προπομπός του). Και, βέβαια, είχε κλέψει την παράσταση
Είχε διηγηθεί ιστορίες, είχε μιμηθεί τον Λογοθετίδη και τον Αργυρόπουλο, είχε παίξει φυσαρμόνικα με τη μύτη! «Θες να σου παίξω τώρα και με τ’ αυτί;» με είχε ρωτήσει. Και εγώ, παρασυρμένος απ’ αυτό το χειμαρρώδες σόλο, είχα απαντήσει ηλίθια: «Ναι, Αλέκο». Γιατί εκείνη την ώρα, το ‘χα πιστέψει, ότι μπορούσε να το κάνει ο Σακελλάριος, ακόμα κι αυτό —να βάλει την φυσαρμόνικα στο αυτί του και να βγάλει νότες!
(Και στο βάθος, το πιστεύω ακόμα…)
Την περασμένη εβδομάδα, είχαμε πάει με τον Αλέκο και την γυναίκα του, την Τίνα, σε μια ταβέρνα, στην Κυψέλη. Στο πιάνο ήταν ο Γιάννης Σπάρτακος και, φυσικά, το ρεπερτόριο ήταν τραγούδια του Σακελλάριου. Το κοινό, που αναγνώρισε τον Αλέκο, του ζήτησε να βγει στην πίστα. Κι ο Αλέκος, αθεράπευτος σόουμαν πάντα, δεν του χάλασε το χατίρι. Πήγε στην πίστα, ακούμπησε στο πιάνο, είπε ιστορίες, έπαιξε φυσαρμόνικα. Και στο τέλος, το Ιονεσκικό φινάλε: «Θέλετε να σας παίξω τώρα και με τ’ αυτί
Και το κοινό, βέβαια, ανταποκρίθηκε πρόθυμα στην ερεθιστική πρόκληση: «Θέλουμε, κύριε Σακελλάριε!»
Πάντα ο κόσμος θα θέλει, απ’ τον κύριο Σακελλάριο, κάτι παραπάνω απ’ ό,τι του δίνουν οι άλλοι. Και, πάντα, ο Αλέκος δεν θα του χαλάσει το χατίρι.
Και, βλέποντάς τον, γελαστό κι αναψοκοκκινισμένο στην πίστα, να παίζει με το κοινό του σαν παιδί που παίζει με τ’ Αγιοβασιλιάτικα παιχνίδια του, θυμήθηκα την ζωντάνια του Σπύρου Μελά!
Γιορτάζαμε, στην Πάτρα, τα ογδοντάχρονά του. Κάποιος είπε: «Ο Μελάς δεν είναι ογδόντα χρονών. Είναι δύο φορές σαράντα! «Κι ο Μελάς τινάχτηκε, σαν ελατήριο, επάνω και φώναξε:
«Λάθος, είμαι τέσσερις φορές είκοσι…»

ΚΑΤΙ μού λέει ότι το ίδιο θα γίνει όταν, ύστερα από κάμποσα χρόνια, γιορτάσουμε τα ογδοντάχρονά του Αλέκου. Ίσως με κάποια παραλλαγή, βέβαια…
Ίσως, την ώρα που κάποιος θα του λέει ότι είναι τέσσερις φορές 20 ο Αλέκος να τιναχτεί επάνω και να φωνάξει: «Λάθος, είμαι έξ) φορές 15!»
Πλην δέκα, Βέβαια…
Και θα ‘ναι αλήθεια. Τόσο θα ‘σαι πάντα, Αλέκο: Δεκαπεντάρης!
Ελπίζω, μονάχα, όταν πατήσεις τα 18 και βγάλεις το Λύκειο να δεχτείς να μου γράψεις και συ τον πρόλογο, σε κανένα δικό μου, βιβλίο…

Φρέντυ Γερμανός

Πηγή: Το βιβλίο “ΑΛΕΚΟΣ ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΣ: ΛΕΣ ΚΑΙ ΗΤΑΝ ΧΘΕΣ… “, Εκδόσεις Σμυρνιωτάκη, Γ΄ Έκδοση.

——————————-

ΥΓ. Για τον φίλο μου Αλέκο Σακελλάριο, που γνώρισα για τα καλά και μάλιστα μου έγραψε και ειδικό χρονογράφημα, έχουμε κάνει ειδική αναφορά.. 

πηγή: www.sakketosaggelos.gr

About the author

aeginalight

Leave a Comment

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.