ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ ΨΥΧΑΓΩΓΙΑ

ΠΟΥ ΘΑ ΜΑΣ ΠΑΕΙ ΠΑΛΙ Ο ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ;

Ο Ανδρέας Δερμάτης κι οι Αίγινα ……εθελοντές μας καλούν για ένα καινούριο ταξίδι στον κόσμο του Καραγκιόζη, αυτή τη φορά με αφορμή μια κούνια. Την Κυριακή, στο 2ο δημοτικό, 10.30 το πρωί. Εισιτήριο, ό, τι μπορεί να προσφέρει ο καθένας σε τρόφιμα μακράς διαρκείας για όσους τα έχουν ανάγκη. Δεν είναι πρώτη φορά που ο Δερμάτης γίνεται ο Καραγκιόζης που επί σκηνής παριστάνει, δεν είναι η πρώτη φορά που υλοποιεί στην πράξη τη λαϊκή, ελεύθερη, αγαπησιάρικη ματιά στο δύσκολο κόσμο γύρω μας. Και σίγουρα δε θα είναι η τελευταία.

 

Ο Ανδρέας Δερμάτης κι οι Αίγινα ……εθελοντές μας καλούν για ένα καινούριο ταξίδι στον κόσμο του Καραγκιόζη, αυτή τη φορά με αφορμή μια κούνια. Την Κυριακή, στο 2ο δημοτικό, 10.30 το πρωί. Εισιτήριο, ό, τι μπορεί να προσφέρει  ο καθένας σε τρόφιμα μακράς διαρκείας για όσους τα έχουν ανάγκη. Δεν είναι πρώτη φορά που ο Δερμάτης γίνεται ο Καραγκιόζης που επί σκηνής παριστάνει, δεν είναι η πρώτη φορά που υλοποιεί στην πράξη τη λαϊκή, ελεύθερη, αγαπησιάρικη ματιά στο δύσκολο κόσμο γύρω μας. Και σίγουρα δε θα είναι η τελευταία.
Διαβάζουμε ένα παραμύθι του Δερμάτη, για να καταλάβουμε καλύτερα τι μας περιμένει:
 
 
 

Ο θαυμαστός άρχοντας, ο καμπούρης καραγκιοζοπαίχτης

και η σοφία μιας γουλιάς νερό

Μια φορά και ένα καιρό,

σε μια χώρα σαν αυτή,

που τώρα ζούμε όλοι μαζί,

ζούσε ένας άρχοντας τρανός που έλεγε ολημερίς,

 πως απ’ αυτόν δε υπάρχει τίποτα ποιο θαυμαστό.

 

Έβγαινε καθημερινά, στου παλατιού του, τους εξώστες

και φώναζε στο λαό.

“Θαυμάστε με, θαυμάστε με ,

έχω τον καλύτερο στρατό,

θαυμάστε με, έχω τα πιο πράσινα λιβάδια,

που βόσκουν τα ποιο τροφαντά γιδοπρόβατα, τα ποιο παχιά μοσχάρια,

θαυμάστε με, διαφεντεύω την πιο εύφορη γη,

θαυμάστε με, δεν υπάρχει τίποτα πιο τρανό από την αφεντιά μου.”

 

Κάθε μέρα το ίδιο βιολί, θαυμάστε με το πρωί, θαυμάστε με το μεσημέρι, θαυμάστε με το βράδυ.

Είχε καταντήσει θαυμαστή, η υπομονή του λαού, που άντεχε τέτοιο αλαζόνα άρχοντα,

αλλά και τι κάνουν, φοβόντουσαν και να μιλήσουν , γιατί στ’ αλήθεια ο άρχοντας,

 είχε τον καλύτερο στρατό. Υπέμεναν λοιπόν την αρχοντική του αλαζονεία για να έχουν την ησυχία τους.

 

Εκείνες τις μέρες, έφτασε στη χώρα, ένας καμπούρης πλανόδιος καραγκιοζοπαίχτης.

Έστησε τον μπερντέ του, με το μικρό πανάκι του στη μέση στη πλατεία και κάθε βραδάκι, άναβε τα μικρά

του λυχναράκια, έβαζε τα κουσουνάκια του-έτσι λέγαν τότε τις φιγούρες-και άρχιζε την παράσταση.

Τώρα θες επειδή, έτσι προστάζει η τέχνη του θεάτρου των σκιών, θες επειδή ήταν πειραχτήρι ο

καμπούρης καραγκιοζοπαίχτης, θες γιατί το θέαμα του άρχοντα να φωνάζει ολημερίς, θαυμάστε με,

ήταν στ’ αλήθεια γελοίο, ο καμπούρης καραγκιοζοπαίχτης άρχισε να κάνει αστεία στις παραστάσεις,

σε βάρος του άρχοντα. Τη μία έλεγε, ότι ο άρχοντας είχε ουρά γαϊδάρου στον πισινό του,

την άλλη ότι είχε ποδάρια γουρουνιού, την παράλλη ότι όταν ο άρχοντας μοιράζει δυο γαιδάρων άχυρα,

το ένα ψοφάει από την πείνα και το άλλο σκάει από το φαί.

 

Έλα που άρεσε αυτό στο λαό και όλο και περισσότερος κόσμος μαζευόταν τα βράδια, μπρός στον μπερντέ,

με το μικρό πανάκι, του καμπούρη καραγκιοζοπαίχτη, για να τον δει, να βάζει τα κουσουνάκια του-τις

φιγούρες του δηλαδή-να λένε αστεία για τον άρχοντα και δώστου γέλια και δώστου χάχανα από τον λαό.

 

Μέχρι που κάποιοι καλοθελητάδες, πάνε στον άρχοντα και του λένε “το και το” άρχοντά μου.

Αυτός ο καμπούρης καραγκιοζοπαίχτης, που έχει στήσει το μπερντέ με το μικρό πανάκι στη μέση στη

πλατεία ,σε κοροϊδεύει και κάνει το λαό να γελάει μαζί σου.

 

Θηρίο ανήμερο έγινε ο άρχοντας απ’ το θυμό του.”Πώς είναι δυνατόν”, λέει,” ένας καμπούρης

καραγκιοζοπαίχτης να κοροϊδεύει εμένα, το πιο τρανό, τον πιο θαυμαστό άρχοντα;”

Δίνει λοιπόν διαταγή στους στρατιώτες του, να πάνε να ξυλοφορτώσουν τον καμπούρη καραγκιοζοπαίχτη

και να του σπάσουν τον μπερντέ με το μικρό πανάκι, που είχε στήσει στη μέση στη πλατεία.

 

Μια και δυο, πάνε οι στρατιώτες στη πλατεία, πιάνουν τον καμπούρη καραγκιοζοπαίχτη,

του δίνουν δυο-τρία χέρια ξύλο, του σπάνε και τον μπερντέ με το μικρό πανάκι,

 που είχε στήσει στη μέση στη πλατεία και γυρίζουν στο παλάτι.

 

Αλλά και ο καμπούρης καραγκιοζοπαίχτης, παρόλο τα δυο-τρία χέρια ξύλο που έφαγε και που του

σπάσανε το μπερντέ, κάτω δεν το έβαλε.

”Η δουλεία μου”, λέει, “είναι να προσφέρω γέλιο στο λαό, για να καθαρίζει το μυαλό  του, από τα βάσανα, και να σκέφτεται καλύτερα. ”

Ρίχνει δυο χούφτες νερό στο πρόσωπό του, για να του περάσει η ζάλη από το ξύλο που έφαγε,

 πάει στη μέση στη πλατεία, κάθεται κατάχαμα και αρχίζει να κάνει πως παίζει τα κουσουνάκια του,

 έλεγε τα αστεία του, άλλαζε τη λαλιά του, έκανε τις λαρυγγοφωνές του, κούναγε τα χέρια του στον αέρα,

 σαν να παίζει τα κουσουνάκια του, αλλά κουσούνια δεν είχε, ούτε μπερντέ  γιατί του τα είχαν σπάσει οι

στρατιώτες όταν τον ξυλοφόρτωσαν.

 

Ο κόσμος, είχε φύγει τρομαγμένος, όταν κατέφτασαν στη πλατεία οι στρατιώτες και ξυλοφόρτωσαν

τον καμπούρη καραγκιοζοπαίχτη, σπάζοντας το μπερντέ και τα κουσούνια του, τρέξαν όλοι να κρυφτούν

στα σπίτια τους, από φόβο μην τους πάρουν και αυτούς ,τίποτα αδέσποτες ξυλιές και βρουν κανένα

μπελά. Βλέπανε  τώρα την αλλόκοτη συμπεριφορά του καμπούρη καραγκιοζοπαίχτη και νόμιζαν πως του

‘χε σαλέψει από το πολύ ξύλο. Δειλά δειλά και περισσότερο από περιέργεια, άρχισαν να πλησιάζουν τον

καμπούρη καραγκιοζοπαίχτη.

Σε λίγο τ’ αστεία του, που τώρα είχαν γίνει πιο σαρκαστικά, κάνοντας μνημόσυνο στα κουσούνια και το

μπερντέ του με το μικρό πανάκι ή άλλες στιγμές, υμνώντας τον ηρωισμό του στρατού του άρχοντα, με

χλευαστικούς διθυράμβους, για τη γενναιότητα που έδειξαν στη φοβερή και τρομερή μάχη με τα

κουσούνια του, κάνανε τον κόσμο να μαζευτεί γύρω του, όπως οι μέλισσες στο μέλι. Και δώστου γέλια

και δώστου χάχανα, να σείεται όλη η πλατεία από τις φωνές, τα γέλια και τα χάχανα, σε κάθε αστείο του

καμπούρη καραγκιοζοπαίχτη.

 

Οι καλοθελητάδες πάλι, δεν άργησαν διόλου. Τρέξανε στον άρχοντα να του προλάβουν τα μαντάτα

και του λένε “το και το” πώς, δηλαδή, ο καμπούρης τώρα λέει, ποιο βαριά αστεία και όλοι μαζί γελάνε σε

βάρος του.

 

Ο άρχοντας θύμωσε τόσο πολύ που όσοι ήταν εκεί, νόμιζαν πως  έβγαζε φωτιές απ’ τα ρουθούνια και

καπνούς από τ’ αυτιά, εκείνος πάλι άρχισε να ουρλιάζει απειλές, ”θα τον κρεμάσω τρείς φορές την ίδια

μέρα και την επόμενη θα τον αποκεφαλίσω τέσσερις”.

Ούρλιαζε και πεταγόντουσαν σάλια από το στόμα του, τελικά διέταξε ”φέρτε τον μπροστά μου ”

 

Τρέχουν οι στρατιώτες στην πλατεία, διώχνουν τον κόσμο, αρπάζουν τον καμπούρη καραγκιοζοπαίχτη και

τον πάνε σηκωτό μπροστά στον άρχοντα.

 

Να σου τώρα μούρη με μούρη ο άρχοντας και ο καμπούρης καραγκιοζοπαίχτης.

Ο άρχοντας να βρίζει “θα σου κάνω αυτό, θα σου κάνω εκείνο”

και ο καμπούρης να σκουπίζει τα μούτρα του, από τα σάλια που πεταγόντουσαν

απ’ το στόμα του άρχοντα. Κάποια στιγμή που μπαΐλντισε ο άρχοντας να ουρλιάζει

και στέγνωσαν τα σάλια στο στόμα του, ρωτάει τον καμπούρη.

 

“Τι νομίζεις πως κάνεις, βρε άθλιε;”, ”Τη δουλεία μου κάνω,” απαντάει εκείνος.

 ”Και τι δουλεία είναι αυτή, βρε καμπούρη;” ρωτάει ξανά ο άρχοντας.

 “Να προσφέρω το αγαθό του γέλιου στο λαό, για να καθαρίζει το μυαλό του, από τα βάσανα και να

σκέφτεται καλύτερα,” απάντησε ο καμπούρης καραγκιοζοπαίχτης.

 “Βρήκες εμένα να γελιοποιήσεις, βρε παλιάνθρωπε;” του λέει ο άρχοντας, ” που είμαι ο πιό τρομερός και

 θαυμαστός άρχοντας του κόσμου, που έχω τον καλύτερο στρατό, τα πιο πράσινα λιβάδια, που βόσκουν

τα πιο τροφαντά γιδοπρόβατα,

τα πιο παχιά μοσχάρια και έχω την πιο εύφορη γη και δεν υπάρχει τίποτα,

πιο τρανό και πιο θαυμαστό από την αρχοντιά μου;’’

“Τα παραλές άρχοντα,” λέει ο καμπούρης καραγκιοζοπαίχτης, “εγώ ξέρω κάτι πιο τρανό και πιο θαυμαστό,

απ’ όλους τους αφεντάδες της γης,” του λέει και βγάζει από το πανωφόρι του ένα μικρό γυάλινο μπουκάλι

με μια γουλιά νερό μέσα.

“Τι είναι αυτά που λες άθλιε καμπούρη!” του φωνάζει ο άρχοντας, “πώς είναι δυνατόν ένα μικρό γυάλινο

μπουκάλι με μια γουλιά νερό μέσα, να ‘ναι ποιο τρανό και ποιο θαυμαστό από εμένα;”

 “Η αλήθεια είναι άρχοντα και αν με αφήσεις θα στην εξηγήσω με μια ιστορία,

που συνήθειο μου θα ‘ταν να στην παραστήσω στο μικρό πανάκι του μπερντέ μου με τα χάρτινα

κουσουνάκια μου, μα μου τα έσπασαν οι στρατιώτες σου, και έτσι θα αρκεστείς στον τρόπο της

αφήγησης,” του λέει ο καμπούρης καραγκιοζοπαίχτης και χωρίς να περιμένει την έγκριση του άρχοντα

αρχίζει την αφήγηση.

 

“Κάποτε ένας πλανόδιος πραματευτής γύριζε με το κάρο του,

από χωριό σε χωριό να πουλήσει την πραμάτεια του.

Εκείνο τον καιρό, αληθινοί δρόμοι δεν υπήρχαν, αλλά δύσβατα και κακοτράχαλα μονοπάτια,

 γεμάτα ληστές και αγρίμια. Το να ταξιδεύει κάποιος, από χωριό σε χωριό,

 ήταν δύσκολο και επικίνδυνο πράμα.

Έτσι ο πλανόδιος πραματευτής, για κακή του τύχη, έπεσε σε κάποια ενέδρα ληστών,

που τον χτύπησαν άγρια, του πήραν  το κάρο με την πραμάτεια του και

τον άφησαν βαριά τραυματισμένο καταμεσής του άγριου και σκοτεινού δάσους.

Ο άμοιρος πραματευτής με όση δύναμη του είχε απομείνει, προσπάθησε να περπατήσει

-και το έκανε με μεγάλο κόπο-για να βρει κάποιον άνθρωπο να τον βοηθήσει.

Οι πόνοι του ήταν ανυπόφοροι, το σώμα του πονούσε ολόκληρο και

το κρύο δυνάμωνε όσο έπεφτε η νύχτα, ένιωθε τον πυρετό να καίει το κορμί του και

 το σκοτάδι  είχε πέσει βαρύ ποια σα βουνό πάνω στο δάσος.

Ο αδύναμος άνθρωπος, στην προσπάθεια του να περπατήσει, σκόνταφτε στις πέτρες κι έπεφτε,

και τα κλαδιά του μάτωναν τα χέρια και το πρόσωπο.

Είχε χάσει κάθε ελπίδα ,ακούμπησε στο κορμό ενός μεγάλου πεύκου, προσμένοντας το θάνατό του.

Μα ξαφνικά σαν κάτι να λαμπίρισε μέσα στο σκοτάδι, δεν σκέφτηκε καθόλου,

 αν είναι αληθινό τούτο το λαμπύρισμα  ή τον ξεγελά η ζάλη των στερνών στιγμών του.

Άρχισε με τις τελευταίες δυνάμεις του, να σέρνετε προς εκείνο το ελπιδοφόρο λαμπύρισμα.

” Σώθηκα ,σώθηκα” άρχισε να ψιθυρίζει καθώς το βλέμμα του,

 διέκρινε ένα κρυμμένο, μες το σκοτάδι καλύβι.

Σερνόμενος, έφτασε ως την πόρτα του καλυβιού και απλώνοντας το χέρι του χτύπησε μια φορά την πόρτα

και λιποθύμησε.

Η πόρτα  άνοιξε και ένας ηλικιωμένος άντρας με πλούσια λευκή γενειάδα,

 τράβηξε μέσα τον άτυχο άνθρωπο.

Ο  ηλικιωμένος άντρας με την πλούσια λευκή γενειάδα, έτρεξε έφερε ένα λαγήνι νερό

 και καθαρές πετσέτες, έσταξε δυο-τρείς σταγόνες νερό πάνω στα στεγνά χείλη του λιπόθυμου

πραματευτή και άρχισε σιγά σιγά να του καθαρίζει τις πληγές με το νερό και τις πετσέτες.

 

Ο πραματευτής ήταν άσχημα τραυματισμένος και ο πυρετός ήταν υψηλός.

 Αφού του έπλυνε καλά- καλά το πρόσωπο και τα χέρια και του καθάρισε τις πληγές ,

με φρέσκο καθαρό νερό, ο ηλικιωμένος άνθρωπος με τη πλούσια λευκή γενειάδα,

σήκωσε τον λιπόθυμο πραματευτή και τον ξάπλωσε σ’ ένα ντιβάνι πλάι στη φωτιά.

Ολονυχτίς του έβαζε βρεμένες πετσέτες στο μέτωπο και του έβρεχε τα χείλη για να του πέσει ο πυρετός.

Ολονυχτίς και ολημερίς στο προσκεφάλι του άτυχου πραματευτή, για μέρες και νύχτες πολλές,

ο ηλικιωμένος άντρας έσταζε σταγόνες νερού πάνω στα καυτά χείλη του άτυχου ταξιδευτή,

 του καθάριζε τις πληγές με φρέσκο καθαρό νεράκι και του έβαζε βρεγμένες πετσέτες στο μέτωπο για να

πραΰνει η θέρμη.

Σιγά σίγα άρχισε να συνέρχεται ο πραματευτής, ν’ αποκτά ξανά τις αισθήσεις του και να θεραπεύεται.

Ο ηλικιωμένος άνθρωπος, με τη πλούσια λευκή γενειάδα, άρχισε να δίνει,

 στον ακόμα αδύναμο οδοιπόρο, νερό σε κούπα να πιεί, να καθαρίσουν τα μέσα του

 και ν’ αποκτήσει το κορμί του το νερό που του χρειάζεται για να δουλέψει καλά.

Τον τάιζε σούπες με λαχανικά και μικρά κομματάκια κρέας, βρασμένο σε γάργαρο ποταμίσιο νερό.

Πέρασε ο καιρός, ο πραματευτής γιατρεύτηκε, στάθηκε καλά στα πόδια του,

έτοιμος να ταξιδέψει ξανά, για να γυρίσει σπίτι του στην οικογένεια του,

που τόσο καιρό, δεν είχαν νέα του.

Πήρε  λοιπόν το δισάκι που του είχε ετοιμάσει, ο ηλικιωμένος άντρα με τη πλούσια λευκή γενειάδα,

του φίλησε τα χέρια, τον χιλιοευχαρίστησε που του έσωσε τη ζωή και του ορκίστηκε,

πως κάποτε θα του ανταποδώσει τη χάρη με κάποιο τρόπο και πως το σπίτι του να το θεωρεί και δικό του.

“Γιατί βλέπεις άρχοντά μου”, λέει ο καμπούρης καραγκιοζοπαίχτης τελειώνοντας την αφήγηση του,

“το νερό εκτός από αγαθό και γιατρικό είναι και ύψιστη πράξη ευγένειας από άνθρωπο σε άνθρωπο

 και σε κάθε ζωντανό πλάσμα. Όλοι μας, είμαστε ίσοι κάτω από την ευλογία του νερού.”

“Τι βλακείες είναι αυτές που μου λες, πού το είδες το θαυμαστό” άρχισε να ουρλιάζει ο άρχοντας,

αρπάζοντας ένα μήλο από μια γαβάθα φρούτα που βρισκόντουσαν πάνω στο τραπέζι,

δαγκώνοντάς το με τέτοια λύσσα, που νόμιζες ότι θα το καταπιεί ολόκληρο.

 

“Άρχοντα για κάθε σταγόνα νερού, μπορώ να σου πω, αν μ’ αφήσεις, και μια ιστορία ποιο θαυμαστή από

την προηγούμενη” λέει ο καμπούρης καραγκιοζοπαίχτης.

Εκείνη τη στιγμή ο άρχοντας έμεινε με μάτια γουρλωμένα, το πρόσωπο κατακόκκινο και τα χέρια στο

λαιμό, μη μπορώντας να πάρει ανάσα.

Ο καμπούρης καραγκιοζοπαίχτης ευθύς κατάλαβε, πως κάποιο κομμάτι απ’ το μήλο που έτρωγε

 με τόση λύσσα ο άρχοντας, είχε καθίσει στο λαιμό του. Μην αργοπορώντας καθόλου,

τραβάει το φελλό απ’ το μικρό γυάλινο μπουκάλι με τη μια γουλιά νερό μέσα και το χώνει στο στόμα του άρχοντα.

Εκείνη η γουλιά νερό, ήταν αρκετή, για να λευτερώσει το λαιμό του άρχοντα και να του σώσει τη ζωή.

Ο άρχοντας καθίζει σ’ ένα ξύλινο θρονί, παίρνοντας βαθιές αναπνοές, για να κερδίσει την ανάσα που του έλειψε.

 “Βλέπεις άρχοντα ”του λέει ο καμπούρης καραγκιοζοπαίχτης  “η ζωή, από το θάνατο,

 απέχει μόνο μια γουλιά νερό.”

Ο άρχοντας πετιέται απ’ το ξύλινο θρονί του, σα μανιασμένος ταύρος, αρχίζει να φωνάζει,

να βρίζει και να βλαστημάει τον καμπούρη καραγκιοζοπαίχτη,

 φωνάζει τους στρατιώτες του και διατάζει να τον πάρουν και να τον κρεμάσουν αμέσως.

Εκείνοι εκτελούν ευθύς την εντολή, τραβολογάν το καμπούρη απ’ τα χέρια και τα πόδια

και τον σέρνουν έξω απ’ το παλάτι.

Ο κόσμος που είχε μαζευτεί έξω απ’ την αυλή του παλατιού, προσπάθησε να εμποδίσει τους στρατιώτες

να κρεμάσουν τον καμπούρη καραγκιοζοπαίχτη, αλλά επειδή στ’ αλήθεια ο θαυμαστός άρχοντας είχε τον

καλύτερο στρατό, δεν τα κατάφεραν.

Έτσι λίγο πριν χαράξει, οι στρατιώτες κρέμασαν τον καμπούρη καραγκιοζοπαίχτη στη μέση στη πλατεία.

Εκεί ακριβώς που έστηνε τον μπερντέ του, με το μικρό πανάκι και άναβε κάθε βραδάκι τα λυχναράκια του,

βάζοντας τα κουσουνια του να λένε αστεία, χαρίζοντας στο λαό το αγαθό του γέλιου,

για να καθαρίσει το μυαλό από τα βάσανα και να σκέφτεται καλύτερα.

Λυπήθηκε πολύ, ο κόσμος και ο λαός, για την άδικη πράξη του αλαζόνα άρχοντα.

Αλλά με το που χάραξε το φώς της ημέρας, η λύπη έγινε θλίψη και οργή, σαν άκουσαν τη φωνή του

άρχοντα, που είχε βγει στους εξώστες του παλατιού να λέει

“Δεν υπάρχει τίποτα πιο τρανό και πιο θαυμαστό από την αρχοντιά μου,

γι’ αυτό αρχίζω πόλεμο με το νερό και προστάζω, να πάψουν όλες οι πηγές,

να κλείσουν όλα τα πηγάδια και τα ρυάκια να ταφούν κάτω από τόνους χώμα.

Κανείς, μήτε άνθρωπος μήτε ζώο νερό να μην αγγίζει!”

Σούσουρο έγινε έξω από την αυλή του παλατιού και οργίστηκε ο λαός,

 για το παράλογο πρόσταγμα του άρχοντα, μα φοβούμενος το στρατό,

 έτρεξαν στα σπίτια τους να μασκαρέψουν, της πηγές και τα πηγάδια τους,

 μην τα βρει ο στρατός του αλαζόνα άρχοντα και τους τα κλείσει.

Οι μέρες περνούσαν, τα λιβάδια του άρχοντα, από καταπράσινα γινόντουσαν κίτρινα και ξερά,

έτοιμα να καούν στην παραμικρή σπίθα. Τα τροφαντά γιδοπρόβατα έγιναν αδύνατα και αρρωστιάρικα,

 τα παχιά μοσχάρια ψόφησαν από την δίψα αλλά και ο καλύτερος στρατός του, έγινε αδύνατος

και ασθενικός. Για αντάλλαγμα μιας γουλιάς νερό, αδιαφορούσε για τα προστάγματα του άρχοντα.

Εκείνος πάλι, κλεισμένος μέσα στο παλάτι του, μη θέλοντας να βάλει ούτε μια γουλιά νερό στα χείλη του,

άφησε το σώμα του να στεγνώσει και η ζωή τον άφησε άνυδρη, σαράντα μέρες μετά.

Γιατί όπως έλεγε και ο καμπούρης καραγκιοζοπαίχτης, όλοι, λιβάδια, ζώα, άνθρωποι, άρχοντες

και λαός είμαστε, ίσοι, κάτω από την ευλογία του νερού.

 Ανδρέας Δερμάτης-Θερσίτης


Και η παράσταση του Ανδρέα Δερμάτη, “Καραγκιόζης δημοσιογράφος”, δώρο για τον πρώτο χρόνο ζωής του ΑeginaLight, 7 Σεπτεμβρίου, στο εστιατόριο Πλάζα, στην παραλία της Αύρας, κάτω από τον ίσκιο της Κολώνας.

 

Β. Τ.
 

About the author

aeginalight

Leave a Comment

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.