Τον ξέρουμε όλοι στο νησί σαν τον γελαστό, φιλικό σερβιτόρο που μας καλοδέχεται καθημερινά στην ταβέρνα του Μαριδάκη για να φροντίσει την πείνα μας, τη δίψα μας, τις παραξενιές μας. Σήμερα τα καλούδια ήταν ρεβυθάδα και σπανακόπιτα με σπιτικό φύλλο. Η ρεβυθάδα χυλωμένη, η σπανακόπιτα σαν εκείνες της γιαγιάς, καλό κρασί, καλός καιρός, κι ο κόσμος προς εξυπηρέτηση ελάχιστος. Είναι η Δευτέρα ήσυχη μέρα πάντα τέτοια εποχή. Ευκαιρία για δυο κουβέντες παραπάνω με το Χριστόδουλο, μιας κι από καιρό ξέραμε ότι είναι ένα από τα πολλά ανύποπτα ταλέντα του νησιού. Γιατί ο Χριστόδουλος δεν καίει τα καράβια του, τα φτιάχνει.
Από παιδί τα έφτιαχνε. Τα καλοκαίρια, στον παραθερισμό στην Πάτμο, νησί του πατέρα του, μικρός, με κοντά παντελόνια ακόμα, έφτιαχνε με τους φίλους του καραβάκια από τενεκέδες. Του έμεινε το χούι. Ζούσε και στην Αίγινα, έβλεπε όλη μέρα το λιμάνι γεμάτο καΐκια και ψαρόβαρκες, κι άρχισε να κατασκευάζει μοντέλα χειροποίητα, δουλεύοντας το ξύλο, το σκοινί, το πανί, σα να ήταν να ταξιδέψουν μεσοπέλαγα. Ήταν νέος, κάτω από 30, όταν κόλλησε τη μανία.
Μετά, γνώρισε το μεγάλο του δάσκαλο, τον Θόδωρο Δρακάκη, μάστορα στο είδος. Έκανε κάτι μοντέλα ασύλληπτα, κι αυτός από μεράκι. Και τον ρωτάει:
«Δε θα’ θελες να μάθεις σε κάποιον την τέχνη σου;»
«Γιατί;» απαντάει ο Δρακάκης, «υπάρχει κανείς που ενδιαφέρεται;»
«Εγώ.»
«Έλα να σου δείξω.»
Ξεκίνησε θητεία πολλών χρόνων. Όλες οι ελεύθερες ώρες πήγαιναν στην αγαπημένη ασχολία, να κοιτάει την κάθε κίνηση του μάστορα, να μελετάει βιβλία, να προσπαθεί κάθε φορά το μοντέλο να είναι πιο πιστό, πιο άρτιο, πιο ικανό να περάσει κι αυτό το δικό του Αιγαίο, ή τον δικό του Ειρηνικό.

Μια ιδέα για το ταξίδι που ο ίδιος έχει κάνει μέσα από τα καράβια του, μπορεί να πάρει κανείς από το παρακάτω βίντεο, αλλά την αγάπη του γι αυτά θα τη δεις ατόφια μόνο στο βλέμμα του την ώρα που τα κουβεντιάζει.
Ο Κομνηνός του λέει, να φτιάξουμε ένα αληθινό, να χωράει 3-4 μέσα, να πηγαίνουμε για καλαμάρια, ο Χριστόδουλος γελάει. Αλλά, πες-πες, πολύ θέλει;
Βικτώρια Τράπαλη
φωτό: Κομνηνός Α.

