Σ’ ένα – το μοναδικό – καφενείο σε χωριό του Έβρου, περνάνε οι αστυνομικοί και βρίσκουν τον ένα και μοναδικό πελάτη, έναν ηλικιωμένο συνταξιούχο, να καπνίζει. Ως συμμορφωμένοι προς τας υποδείξεις, κόβουνε στον ιδιοκτήτη του καφενείου πρόστιμο 500 ευρώ. Σ’ ένα καφενείο που ανοίγει 2-3 ώρες της μέρας, να εξυπηρετήσει μερικούς κατοίκους του χωριού. Κι αυτό λέγεται εκσυγχρονισμός. Ψοφοκρυώνουν οι άνθρωποι, πιθανότατα ψωμολυσσάνε κιόλας, και να πας πάλι να βγάλεις από την μύγα ξύγκι. Δεν ακούγεται ορθολογικό, και σαφώς δεν ακούγεται στοργικό ή ανθρώπινο. Σε ταινία του Φελίνι, για παράδειγμα, ο αστυνομικός θα μπορούσε να κάτσει να πιει ένα καφεδάκι, και ν’ ανάψει κι αυτός ένα τσιγάρο από το νταλκά του για το χάλι που φτάσαμε: να κάνουμε το φοροεισπράκτορα ο ένας στον άλλο, τον σπιούνο, και χωρίς διάφορο από πάνω, για λογαριασμό ενός συστήματος που ή το ακαταλόγιστο έχει, ή είναι εντελώς αποκομμένο από την πραγματικότητα που διαχειρίζεται.
Που είναι έτοιμο να σε στύψει κι εσένα σαν την επόμενή του λεμονόκουπα, δεν πα να του φέρεις κι 100 πρόστιμα για καφενεδάκια που θα έχεις σακατέψει.
Να χαλάς, δηλαδή, το μυαλό σου και την καρδιά σου, το όνομά σου στην κοινωνία που ζεις, τζάμπα. Χωρίς κέρδος κέρατα, που λέει ο λαός. Χάριν ενός εκσυγχρονισμού που δε θα μπορούσε να είναι πιο μακριά από την όποια λογική ή ηθική όπως ξέρουμε τις έννοιες από την ελληνική γλώσσα.
Βικτώρια Τράπαλη

