Ήθελε την ημέρα της κηδείας του, όταν επέστρεφαν χήρα και ορφανά στο σπίτι, το όνομα Γρηγόρης –Γρηγόρης Μπιθικώτσης- να μην πάψει ποτέ να αντηχεί στους τοίχους του σπιτιού. Ονόμασε το γιο του Γρηγόρη, κι εκείνος εφέτος, οκτώ χρόνια μετά το θάνατο του μεγάλου τραγουδιστή, ταξίδευσε “τα τραγούδια του πατέρα του” σε Ευρώπη, Αυστραλία, Αμερική…
Ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης, ο Μπιθικωτσής του λαού, ήταν η ευγενική φιγούρα με τα κυματιστά μαλλιά. Ήταν, λένε, ακριβώς αυτό, ο “Γρηγόρης” που περιδιάβαινε τις ταινίες απλώς επιστρέφοντας το πρωί από το κέντρο, με το μπουζούκι παραμάσχαλα και συναντώντας τις υπόλοιπες καλοσυνάτες φιγούρες της εποχής, που φιλιόνταν, σταυροκοπιόνταν, έπαιρναν από το κατώφλι το καθημερινό γάλα, όπου οι άνδρες έφευγαν για την οικοδομή και κάποια “Μοντέρνα Σταχτοπούτα” διψούσε για μια θέση εργασίας.
Ο Δημήτρης Ψαθάς στη στήλη του στην εφημερίδα “Τα Νέα”, με αφορμή στίχο τραγουδιού “μια βαθιά υπόκλιση, ένα χειροφίλημα“, χαρακτήρισε δια παντός τον Γρηγόρη Μπιθικώτση: το στερνό παιδί, απ΄ τα οκτώ, μιας δεκαμελούς οικογένειας, ο νεαρός υδραυλικός, που γεννήθηκε σα σήμερα την 11η του Δεκέμβρη του 1922, παραμένει ο λαϊκός τραγουδιστής, ο τραγουδιστής που αφουγκράζεται κάθε ψυχοσύνθεση και ερμηνεύει γι΄ αυτήν, περνά στη μουσική ιστορία της Ελλάδας ως ο εμπνευσμένος δημιουργός και μπουζουξής, ως “σερ”.
Στην τελευταία του –ίσως- συνέντευξη ο μεγάλος Μπιθικώτσης, περιγράφει με τόση απλότητα εκείνα τα μικρά της ζωής του στον Θανάση Λάλα:
Η αρχή έγινε γρατζουνώντας την κιθάρα
«Του αδερφού μου του μεγάλου ήτανε. Είχε πάει και μάθαινε νότες στο ωδείο. Την είχε μέσα σε μια μαξιλαροθήκη κρεμασμένη από ένα καρφί πάνω απ’ το κρεβάτι. Η μητέρα μου, για να μη βγαίνω έξω και παίζω και κρυώνω κι όλ’ αυτά, μ’ άφηνε και γρατσούναγα. Θέλω να πω ότι γεννιόνται όλα στη ζωή. Την κοίταγα εγώ, την κοίταγα… πολύ καιρό την κοίταγα την κιθάρα. Η μητέρα μου εκείνη την εποχή σήκωνε τα πάκια. Εγώ για να φεύγει από το σπίτι πήγαινα και της έλεγα: “Πέρασε η πατριώτισσά σου η κυρα-Βαγγέλαινα και είπε να πας από ‘κεί για να της σηκώσεις τα πάκια” – ψέματα έλεγα… Για να πάει εκεί ήθελε μία ώρα μόνο να φτάσει και μία να γυρίσει δύο και καμιά ώρα που θα κουβέντιαζε τρεις. Κατέβαζα εγώ την κιθάρα από τη μαξιλάρα και έπαιζα. Μέχρι που μια μέρα της λέω της μάνας μου: “Να κατεβάσω την κιθάρα από τη μαξιλαροθήκη;”. ” Οχι”, μου λέει, “θα μας σκοτώσει ο μεγάλος”. Ηταν ένα τραγούδι τότε που έλεγε: “Θα ‘θελα να σε ξεχάσω, όμως στην καρδιά μου πονώ”. Η μητέρα μου δεν ήξερε πολύ απ’ αυτά τα τραγούδια, ήξερε από την πατρίδα της την Κάρυστο. Μόλις λοιπόν άκουσε τον ήχο, ότι εγώ κάτι κάνω, “βρε”, μου λέει, “δώσ’ του…”. Μου ‘πε βέβαια “μου ‘πες ψέματα, που μ’ έστειλες κτλ. κτλ. ” και της είπα “γι’ αυτό σου ‘πα ψέματα, μαμά, την κιθάρα σκάλιζα…”, αλλά δε μ’ άφηνε. Μια μέρα που έβρεχε μπήκε και ο αδερφός μου μέσα χωρίς να τον καταλάβουμε, άκουσε που έπαιζα και μου λέει: “Εσύ έπαιζες;”. Λέω: “Ναι”. Μου λέει: “Πάρ’ τη για δικιά σου”».
Η γνωριμία με τον Βαμβακάρη
«Πώς… αμέ. Οταν πήγαινα στα πάρτι, είχα λερωμένα τα χέρια μου από υδραυλικός. Τα ‘πλενα, τα ‘πλενα, πάλι μουντζουρωμένα ήτανε. Λέω: “Τι θα γίνει τώρα;”. Εν πάση περιπτώσει, ήρθε η Κατοχή και μπήκα μέσα σ’ ένα μαγαζί μ’ ένα φίλο μου, το Μήτσο το Ρεπάνη, τον αδερφό του Αντώνη του τραγουδιστή – στον “Παβλιάβα” στο Περιστέρι. Εκείνος έπαιζε σαντούρι, εγώ έπαιζα μπουζούκι, ο Χρήστος κιθάρα κι έτσι κάναμε συγκρότημα.. Εκεί μέσα δούλεψα στην Κατοχή. Μετά ήρθε το ’45, το ’46, φύγαν οι Γερμανοί, το ’47 πήγα στη Μακρόνησο. “Τι δουλειά κάνεις; ” μου ‘πε ένας αξιωματικός που ήταν εκεί για να μας βάζει στην ουρά. Λέω: “Είμαι μουσικός”. Μου λέει: “Κάνε στην άκρη… τι παίζεις;”. Εκείνος έπαιζε βιολί. Αν με ρωτήσεις, δε θυμάμαι τ’ όνομά του. Τον είχαμε βγάλει Βουνοτρυπίδη, επειδή είχε πει: “Θα τρυπήσουμε από ‘δώ το βουνό για να κάνουμε το θέατρο”. “Ο Βουνοτρυπίδης” λέγαμε. (γέλια) Εψαξα εκεί, βρήκα ένα ακορντεόν, βρήκα ένα κιθαρίστα, τον Αβραμίδη το Γιώργο – του παπά γιος απ’ τη Θεσσαλονίκη -, ο Λημναίος ο Χρήστος κιθάρα, ένας ντράμερ… Ο ακορντεονίστας ήταν φερμένος από τη Μέση Ανατολή. Εκανα λοιπόν το συγκρότημα και παίζαμε στη Λέσχη Αξιωματικών, όπου είχε κι ένα χωνί απ’ έξω κι αφού παίζαμε τη νύχτα μέσα για τους αξιωματικούς – τον υποδιοικητή κι αυτά όλα – απ’ έξω ακούγανε και οι δέκα-δεκαπέντε χιλιάδες… ένα τάγμα. Εκεί γνώρισα και το Θεοδωράκη, από ‘κεί πέρασε όλη η Αθήνα, όλη η αφρόκρεμα του μυαλού».
Μπήκε στην δισκογραφία το 1949 σε ηλικία 25 ετών ως συνθέτης με το τραγούδι “Το καντήλι τρεμοσβήνει” σε στίχους Χαράλαμπου Βασιλειάδη. Συνέθεσε περισσότερα από 200 τραγούδια, πολλά από τα οποία έγιναν μεγάλες επιτυχίες, όπως τα “Του Βοτανικού ο μάγκας”, “Σε τούτο το στενό”, “Επίσημη αγαπημένη”, “Τρελοκόριτσο”, “Στου Μπελαμή το ουζερί”, “Ένα όμορφο αμάξι με δυο άλογα” και πλήθος άλλων. Η συνεργασία του με το Μίκη Θεοδωράκη (τον οποίο γνώρισε ενώ ήταν εξόριστος στη Μακρόνησο) αλλά και με το Μάνο Χατζιδάκι “γέννησε” τα καλύτερα ίσως τραγούδια του. Με την ερμηνεία του στον «Επιτάφιο» του Μίκη Θεοδωράκη και του Γιάννη Ρίτσου χάραξε νέους δρόμους στο λαϊκό τραγούδι, ενώ σημαντική ήταν η ερμηνεία του στο «Άξιον Εστί» των Ελύτη – Θεοδωράκη. Επίσης, ερμήνευσε τραγούδια του Μάρκου Βαμβακάρη, του Βασίλη Τσιτσάνη, του Γιώργου Μητσάκη, του Γιάννη Παπαϊωάννου και του Ακη Πάνου. Στις συνεργασίες του αξίζει επίσης να αναφερθούν αυτές με το Σταύρο Ξαρχάκο και το Δήμο Μούτση.
Δεν ήτανε αριστερός για να βρεθεί στη Μακρόνησο, λέει πως δεν ήθελε και πολύ εν καιρώ Κατοχής εκείνος να γρατζουνά κιθάρα και πλάι σε κάποιο ντουβάρι να γράφεται ένα σύνθημα. Τ΄ άφησε πολλά, όμως η εξορία.
«Ενιωσα τη σκληράδα της ζωής, ένιωσα τον άνθρωπο. Οι άνθρωποι που ήταν εκεί για να βασανίζουν μ’ αγαπούσαν πολύ εμένανε. Δε μου μίλαγε κανένας. Και γλίτωσα πολλούς ανθρώπους χάρη στο ότι εγώ έπαιζα το μπουζούκι και τους ψυχαγωγούσα, και τους βασανιστές ακόμα, και πήγαινα μετά και τους ζητούσα χάρες για να τη γλιτώνουν τα φιλαράκια… όποιον έβλεπα τέλος πάντων και είχε ανάγκη από βοήθεια».
Διαβάζουμε στην Βικιπαίδεια ότι τρεις μόλις μήνες μετά την επικράτηση της Δικτατορίας του 1967, στις 13 Ιουλίου 1967, ο Γ. Μπιθικώτσης μαζί με την Βίκυ Μοσχολιού, τραγούδησαν στο νυκτερινό κέντρο Δειλινά, σε πρώτη δημόσια εκτέλεση, τον Ύμνο της 21ης Απριλίου, “Μέσα στ΄ Απρίλη τη γιορτή”, (στίχοι Η. Καραμανέα και μουσική Α. Ρεμούνδου), σε εκδήλωση του τότε Ρ/Σ της ΥΕΝΕΔ υπό την καλλιτεχνική παρουσίαση του Γ. Οικονομίδη. Την συμμετοχή του Γ. Μπιθικώτση προσπάθησε ν΄ αποτρέψει ο Μ. Θεοδωράκης με προσωπική του επιστολή.
Η φωνή του σίγησε την 7η Απριλίου 2005. Στο τραγούδι “Ένα όμορφο αμάξι με δυο άλογα” ακούγεται το εξής: “Ένα όμορφο αμάξι με δύο άλογα / να μου φέρετε τα μάτια μου σαν κλείσω….το ένα τ` άλογο να είναι άσπρο / όπως τα όνειρα που έκανα παιδί / το άλλο τ` άλογο να είναι μαύρο / σαν την πικρή μου την κατάμαυρη ζωή”. Αυτό έγινε πραγματικότητα προς τιμήν του στην κηδεία του, καθώς έξω από το ναό που ψαλλόταν η νεκρώσιμη ακολουθία βρισκόταν μια άμαξα με ένα άσπρο κι ένα μαύρο άλογο.
Ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης Jr τραγουδά Γρηγόρη Μπιθικώτση:

