«Η δυαδική υπόσταση του Χριστού στάθηκε για μένα πάντα βαθύ, ανεξερεύνητο μυστήριο. η λαχτάρα, η τόσο ανθρώπινη, η τόσο υπεράνθρωπη, να φτάσει ο άνθρωπος ως το Θεό – ή, πιο σωστά: να επιστρέψει ο άνθρωπος στο Θεό και να ταυτιστεί μαζί του. η νοσταλγία αυτή, η τόσο μυστική και συνάμα τόσο πραγματική, άνοιγε μέσα μου πληγές και πληγές μεγάλες», γράφει ο Καζαντζάκης στον πρόλογο από το μυθιστόρημα «Ο τελευταίος πειρασμός».
«Η έμπνευση του Νίκου Καζαντζάκη να ασχοληθεί με τη συγγραφή μυθιστορηματικού βιβλίου για τη ζωή του Χριστού μαρτυρείται τον καιρό της γερμανικής κατοχής, τον Μάιο του 1942, στην Αίγινα, όπου ο Κρητικός συγγραφέας έζησε περίπου είκοσι χρόνια, από το 1926 έως το 1946. Θα το ονόμαζε «Τ’ Απομνημονεύματα του Χριστού». Γράφει σε γράμμα του από την Αίγινα, στις 16 Μαΐου 1942, στον Παντελή Πρεβελάκη στην Αθήνα: «Καινούργιος δαίμονας έπεσε πάλι απάνω μου, κι αποφάσισα να γράψω ένα βιβλίο: Τ’ Απομνημονεύματα του Χριστού. Αρχισα κιόλας την documentation, με την πρόθεση φυσικά να την ξεχάσω δημιουργώντας. Αν μπορέσω, λέω να γίνει καλό έργο. κι όσο μπορώ, δε θα βιαστώ», γράφει στο επίμετρο του βιβλίου ο δρ Πάτροκλος Σταύρου. Στο ίδιο επίμετρο, διαβάζουμε: «Δεν βιάστηκε, όμως, και αφήκε την ιδέα του μυθιστορήματος να κυοφορείται μέσα του για οκτώ ολόκληρα χρόνια. Εχουμε τη σχετική μαρτυρία του, πάλιν σε γράμμα του προς τον φίλο του Παντελή Πρεβελάκη, στις 11 Νοεμβρίου 1950, από την Αντίπολη (Antibes) της νότιας Γαλλίας, καθώς ένιωθε μέσα του τις «ωδίνες» του Τρίτου Φάουστ: «Μα για το 1951 θ’ αρκεστώ στον Τελευταίο Πειρασμό, ο πιθανός τίτλος του βιβλίου που άρχισα». Στις 5 Ιουλίου 1951 αγγέλλει στον φίλο του το ευχάριστο νέο: «τέλεψα ένα νέο βιβλίο: Ο τελευταίος Πειρασμός, για το Χριστό. ήθελα να γλιτώσω από το θέμα αυτό που πάρα πολύ βάσταξε μέσα μου η δυναστεία του. Γλίτωσα». Λυτρωμένος πλέον σκέφτεται να ανέβει στο βουνό -συνήθιζε να κάνει δημιουργικές «διακοπές» και καταφυγές σε βουνά- για να ξαναρχίσει τον Τρίτο Φάουστ. Αλλά όπως συνήθιζε, έγραφε και ξαναέγραφε τα βιβλία του μέχρις ότου δώσει σ’ αυτά την τελική μορφή, και Ο τελευταίος Πειρασμός δεν θα αποτελούσε εξαίρεση. Στις 22 Οκτωβρίου 1951 ξαναγράφει στον φίλο του πως τελειώνει «την τελευταία γραφή του Τελευταίου Πειρασμού».
Η αναζήτηση εκδότη
Το έργο τέλειωσε και αναζητεί εκδότη. Ο Καζαντζάκης το έστειλε στον Κίμωνα Θεοδωρόπουλο, ο οποίος είχε τον νέο εκδοτικό οίκο «Αετός» που διαδέχθηκε τον «Πυρσό», αλλά πολύ σύντομα κρίνει πως δεν ήταν η κατάλληλη στιγμή να προχωρήσει τότε στην έκδοση του βιβλίου του στην Ελλάδα. Ζωηρό ενδιαφέρον θα δείξει και ο Εκδοτικός Οίκος Δ. Δημητράκου. Εχοντας πάντα κατά νου «Τα Απαντά του» (υπολόγιζε, η έκδοση των Απάντων του να γίνει σε δεκαέξι τόμους, σε διάστημα τεσσάρων ετών), «Ο Τελευταίος Πειρασμός» θα εκδοθεί από τις εκδόσεις «Δίφρος», τελικά, και τον Γιάννη Γουδέλη.
«Ο Τελευταίος Πειρασμός» -όπως γράφει στο επίμετρο ο δρ Πάτροκλος Σταύρου- «δεν άργησε να αρχίσει τον γύρο του κόσμου σε ξένες μεταφράσεις. Πρώτα μεταφράστηκε στα σουηδικά, από τον Borje Knos, και στα νορβηγικά, από τον Aksel Akselson, το 1951, και εκδόθηκε στη Στοκχόλμη και στο Οσλο».
«Ο Τελευταίος Πειρασμός» υπογραμμίζει: «είναι έργο της ώριμης ηλικίας του Νίκου Καζαντζάκη. Το τέλειωσε στα εξήντα οκτώ του χρόνια, έξι ακριβώς χρόνια πριν από τον θάνατό του. Από τα παιδικά του χρόνια, ο Χριστός ήταν πάντοτε μπροστά στα μάτια και στην ψυχή του. Σε ένα σημείωμά του έγραψε ότι ο Χριστός πάντοτε τον «κυνηγούσε», με την έννοια ότι διαρκώς τον απασχολούσε».
«Το βιβλίο τούτο δεν είναι βιογραφία, είναι εξομολόγηση του αγωνιζόμενου ανθρώπου», όπως θα γράψει ο ίδιος ο Νίκος Καζαντζάκης στον πρόλογό του: «Δημοσιεύοντάς το έκαμα το χρέος μου, το χρέος ενός ανθρώπου που πολύ αγωνίστηκε, πολύ πικράθηκε στη ζωή του και πολύ έλπισε. Είμαι βέβαιος πως κάθε λεύτερος άνθρωπος που θα διαβάσει το βιβλίο ετούτο, το γεμάτο αγάπη, θ’ αγαπήσει περισσότερο παρά ποτέ, καλύτερα παρά ποτέ, το Χριστό».
πηγή: Έθνος







