του Γεωργίου Ζαραβέλα
Μέσα στο γιορτινό κλίμα των ημερών συναντούμε τον κοκκινοντυμένο, παχουλό, καλοκάγαθο SantaClaus,τον άστοχα συνδεδεμένο με τον Άγιο Βασίλειο τον Μέγα, αρχιεπίσκοπο Καισαρείας. Ποιος, όμως, ήταν στην πραγματικότητα ο Άγιος Βασίλειος;
OΜέγας Βασίλειος γεννήθηκε το 330 στη Νεοκαισάρεια του Πόντου. Ο πατέρας του ασκούσε το επάγγελμα του καθηγητή ρητορικής και η μητέρα του Εμμέλεια ήταν απόγονος οικογένειας Ρωμαίων αξιωματούχων. Ο παππούς του είχε μαρτυρήσει κατά τους Διωγμούς. Η οικογένειά του ήταν πολυμελής. Μεταξύ των αδελφών του διακρίνονται ο Άγιος Γρηγόριος επίσκοπος Νύσσης, ο Άγιος Ναυκράτιος, η Οσία Μακρίνα και ο Πέτρος Επίσκοπος Σεβαστείας. Ο Βασίλειος μεγάλωσε μαζί με τη γιαγιά του Μακρίνα στο κτήμα των Αννήσων κοντά στον ποταμό Ίρι μέχρι το θάνατό της. Έπειτα, τη φροντίδα του ανέλαβε η πρωτότοκη αδελφή του Μακρίνα, η οποία επηρέασε καθοριστικά τον μικρό Βασίλειο να στραφεί στη χριστιανική πίστη.
Την εγκύκλια παιδεία έλαβε από τον πατέρα του, ενώ μετά την εκδημία του πήγε στην Καισάρεια. Αργότερα, μεταβαίνει στην Κωνσταντινούπολη, όπου φοίτησε κοντά στον γνωστό δάσκαλο της εποχής Λιβάνιο. Η επιθυμία του για περαιτέρω μόρφωση τον οδήγησε στην πάλαι ποτέ φημισμένη πόλη των Αθηναίων, όπου γνωρίστηκε με τον Άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο, με τον οποίο ανέπτυξε στενή φιλία. Εκεί, εγγράφηκε στη σχολή του χριστιανού φιλοσόφου Προαιρεσίου παρακολουθώντας και τη διδασκαλία άλλων φιλοσόφων όπως ο Ιμέριος.
Το καλοκαίρι του 356 επέστρεψε στην πατρίδα του. Εγκαταστάθηκε στην Καισάρεια και, συνεχίζοντας την παράδοση του πατέρα του, έγινε καθηγητής της ρητορικής. Το 358, επηρεασμένος από το θάνατο του αδελφού του μοναχού Ναυκρατίου, βαπτίζεται Χριστιανός, πιθανόν από τον επίσκοπο Διάνιο. Τότε, παίρνει τη μεγάλη απόφαση να αφιερώσει τον εαυτό του στην ασκητική πολιτεία. Το φθινόπωρο του ίδιου έτους ξεκινά ένα οδοιπορικό σε γνωστά ασκητικά κέντρα της Ανατολής, επιθυμώντας την ανεύρεση κατάλληλου τόπου για να αφιερωθεί στην ησυχία του μοναστικού κελιού. Επέστρεψε το 359 στον Πόντο και για μικρό χρονικό διάστημα διέμεινε στην Αριανζό, κοντά στον φίλο του Γρηγόριο.
Τον Ιανουάριο του 360 συμμετείχε ως παρατηρητής, εντεταλμένος από τον επίσκοπο Διάνιο, στη Σύνοδο της Κωνσταντινούπολης. Μετά την υπογραφή των αιρετικών θέσεων της Συνόδου από μέρους του Διανίου, ο Βασίλειος απογοητεύθηκε και αποσύρθηκε στο ησυχαστήριο της αδελφής του, εγκαινιάζοντας τη μνημειώδη αλληλογραφία του με τον Γρηγόριο.
Το καλοκαίρι του 364 ο Ευσέβιος Καισαρείας τον χειροτόνησε πρεσβύτερο. Η μεγάλη δραστηριότητα και η μόρφωση του νεαρού πρεσβυτέρου προκάλεσαν τα ζηλόφθονα αισθήματα του Ευσεβίου γεγονός που οδήγησε τον Βασίλειο να επιστρέψει στην πατρίδα του. Η μεσολάβηση του Γρηγορίου συμφιλίωσε τις δύο πλευρές και ο Βασίλειος επανήλθε στην Καισάρεια. Μετά το θάνατο του Ευσεβίου, εκλέγεται διάδοχός του στην επισκοπική έδρα της Καισάρειας και αναλαμβάνει την εξαρχία της Αρχιεπισκοπής του Πόντου.
Ο Βασίλειος, ως επίσκοπος πλέον, αντιμετώπισε την προσπάθεια του Αυτοκράτορα Ουάλη να επιβάλει την αίρεση του Ομοιανισμού (ρεύμα του Αρειανισμού). Στην περιφέρεια της ποιμαντικής του ευθύνης είχε να αντιμετωπίσει την έντονη παρουσία του αρειανικού στοιχείου και άλλων αιρετικών ομάδων. Πέρα από την ποιμαντική δράση του στα όρια της επισκοπής του, αντιμετώπισε την κακοδοξία των αιρετικών και με το πλούσιο συγγραφικό έργο του. Μέσα από τις επιστολές του φαίνονται οι προσπάθειες που κατέβαλε για την ανάδειξη άξιων κληρικών στο ιερατείο, την καταπολέμηση της σιμωνίας των επισκόπων, την πιστή εφαρμογή των ιερών κανόνων από τους πιστούς, καθώς και η ποιμαντική μέριμνα που επέδειξε έναντι των αποκομμένων και περιθωριοποιημένων μελών της Εκκλησίας.
Έργο ζωής και σημαντικό σταθμό στην πορεία του αποτελεί η ίδρυση και λειτουργία ενός κοινωνικού φιλανθρωπικού ιδρύματος, του Πτωχοκομείου ή «Βασιλειάδας». Εκεί διοχετεύει όλη την ποιμαντική του ευαισθησία, καθιστώντας την πρότυπο κέντρο περίθαλψης και φροντίδας των ασθενέστερων κοινωνικά ατόμων. Ουσιαστικά η Βασιλειάδα υπήρξε ένας πρότυπος οίκος για τη φροντίδα των ξένων, την ιατρική περίθαλψη των φτωχών αρρώστων και την επαγγελματική κατάρτιση των ανειδίκευτων. Με βάση τη Βασιλειάδα οικοδομήθηκαν πλειάδες ιδρυμάτων σε όλο τον χριστιανικό κόσμο.
Καταπονημένος από την ευρεία δράση που ανέπτυξε σε πολλούς τομείς της χριστιανικής μαρτυρίας καθώς και την ασκητική ζωή, την οποία ακολουθούσε, ο Βασίλειος απεβίωσε την 1 Ιανουαρίου του 379. Η κοίμησή του βυθίζει στο πένθος όχι μόνο το ποίμνιό του, αλλά και ολόκληρη τη χριστιανική Ανατολή. Στην κηδεία του συμμετέχουν Ιουδαίοι, πιστοί της εθνικής θρησκείας και πλήθη ανθρώπων κάθε θρησκευτικής και εθνικής απόχρωσης. Παρακαταθήκη του υπήρξε το τεράστιο σε μέγεθος και σημασία θεολογικό – δογματικό του έργο, μαζί με τη συμβολή του στη λειτουργική και την πρωτότυπη ανθρωπιστική δράση του.
Η μνήμη του τιμάται από την Ορθόδοξη Εκκλησία την 1η Ιανουαρίου. Το 1081 ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Ιωάννης Μαυρόπους θέσπισε κοινό εορτασμό των Τριών Ιεραρχών, δηλαδή Βασιλείου του Μεγάλου, Ιωάννη Χρυσοστόμου και Γρηγορίου του Θεολόγου στις 30 Ιανουαρίου κάθε έτους, ως προστατών των γραμμάτων και της παιδείας. Η Δυτική Εκκλησία τιμά τη μνήμη του στις 2 Ιανουαρίου, ενώ η Λουθηρανική στις 14 Ιουνίου.

