Μέσα από τη στήλη του protagon.gr«Αναγνώστες», έχουν δηλωθεί κραυγές και κραυγές ανθρώπων που δεν τους δίνεται το βήμα και ο χώρος συχνά. Είναι μια στήλη, όπου επισκέπτες του ιστότοπου γράφουν και δημοσιοποιούν τις αγωνίες, την οπτική τους, κάτι δικό τους –τέλος πάντων- θέλοντας να το σκορπίσουν σε κάθε πλευρά του διαδικτύου. Ο καθένας –κατά τα όρια της ιστοσελίδας- στέλνει ένα κείμενο μέχρι 500 λέξεις και μια φωτογραφία για να το πλαισιώσει στην ανάρτηση. Κάπως έτσι και ο κος Πέτρος Πετρίτης, «33 ετών, Ναυπηγός Μηχανικός και πρ. Πρόεδρος Δημοτικού Συμβουλίου Αίγινας», όπως σημειώνεται στο τέλος της δικής του σημερινής ανάρτησης, απέστειλε το παρακάτω κείμενο, 405 λέξεων. Ο τίτλος του:
Ετεροδιοίκηση, η νέα μορφή (αυτο)διοίκησης;
Οδεύοντας προς τις αυτοδιοικητικές εκλογές α΄ και β΄ βαθμού τον ερχόμενο Μάιο, θα ήθελα να επιχειρήσω έναν άτυπο απολογισμό της τετραετίας που φθάνει στο τέλος της. Μίας περιόδου κύριο χαρακτηριστικό της οποίας υπήρξε το εγχείρημα μεταρρύθμισης των ΟΤΑ σε επίπεδο διοίκησης, παλαιότερα με το «σχέδιο Καποδίστριας» και μετέπειτα με το «σχέδιο Καλλικράτης». Στόχος και των δύο η αποκέντρωση των εξουσιών, η δημιουργία οικονομιών κλίμακας και ο αποτελεσματικότερος χειρισμός τοπικών θεμάτων μέσω οικονομικών, τεχνολογικών και ελεγκτικών εργαλείων. Σήμερα, έπειτα από σειρά αλλαγών και σχετικής προσαρμογής, είμαστε σε θέση να οδηγηθούμε -με ψυχραιμία πάντα, κόντρα σε λαϊκισμούς και ισοπεδώσεις- σε κάποια συμπεράσματα.
Κατ’ αρχάς, οι παραπάνω μεταρρυθμίσεις (ειδικότερα ο «Καλλικράτης») συνέπεσαν με ακραίες οικονομικές συνθήκες, γεγονός που δεν βοήθησε στην «αποκέντρωση των πόρων». Συνέτειναν, βεβαίως, στην εξυγίανση των δήμων και περιφερειών, αφού -μέσω του συστήματος ΔΙΑΥΓΕΙΑ- καταγράφεται και το τελευταίο ευρώ που δαπανάται. Στα οικονομικά επιτεύχθηκαν ισοσκελισμένοι προϋπολογισμοί, γενέες επιχορηγήσεις λειξιπρόθεσμων οφειλών και περιορισμό των ελλειμμάτων έναντι μιας παραδοσιακά απόλυτα ελεύθερης οικονομίας η οποία οδήγησε αρκετούς δήμους σε άσκοπες σπατάλες και διαφθορά.
Σε γενικές γραμμές, η κεντρική διοίκηση στάθηκε στο πλευρό των τοπικών κοινωνιών, παρέχοντας δημοσιονομικό ορθολογισμό. Υπήρξαν, όμως, και δυστυχώς υπάρχουν ακόμα, περιπτώσεις όπου το αλά παλαιά «υδροκέφαλο» κράτος αποφασίζει και διατάζει, χωρίς να λαμβάνει υπ’ όψιν τις αντιρρήσεις των τοπικών κοινωνιών. Τρανταχτά παραδείγματα η «Έγκριση Ειδικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης για τις υδατοκαλλιέργειες και της στρατηγικής μελέτης περιβαλλοντικών επιπτώσεων αυτού» (αδειοδοτήσεις μονάδων ιχθυοκαλλιέργειας δια της ΚΥΑ, με άλλα λόγια) και το «Ειδικό Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασμού & Αειφόρου Ανάπτυξης για τον Τουρισμό» που επιτρέπει την κατασκευή all inclusive τουριστικών συγκροτημάτων και τουριστικών κατοικιών προς πώληση. Οι συνέπειες τους; Παραβίαση της φέρουσας ικανότητας αδυνάμων σε υποδομές περιοχών (νήσων κυρίως), επιβάρυνση τόσο των περιβαλλοντικών όσο και των φυσιογνωμικών χαρακτηριστικών των αποκαλούμενων «ήπιων τουριστικά περιοχών» κ.ο.κ.
Ως πολίτες, οφείλουμε να συνδράμουμε στην προσπάθεια που καταβάλλεται σε εθνικό επίπεδο (μέσω εξαγωγών και τουρισμού, για παράδειγμα), διατηρώντας και διεκδικώντας, ωστόσο, τα δικαιώματα που προβλέπονται στο άρθρο υπ’ αριθμ. 102 του συντάγματος: «Η διοίκηση των τοπικών υποθέσεων ανήκει στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτου και δεύτερου βαθμού».
Καταλήγοντας, θεωρώ πως βασικό θέμα στην επερχόμενη προεκλογική ατζέντα χρειάζεται να αποτελέσει ο τρόπος άσκησης της τοπικής αυτοδιοίκησης. Θα ενδυναμωθεί θεσμικά, ώστε να λειτουργεί υπό ουσιαστική αυτονομία ή θα παραδοθεί, γι’ άλλη μια φορά, στη διάθεση υπουργείων, ελεγκτικών συμβουλίων, ΣτΕ., αποκεντρωμένων περιφερειών και απρόσωπων οργάνων; Διότι, εάν επικρατήσει το δεύτερο σενάριο, οι δήμοι θα απολέσουν και το τελευταίο βήμα προς τους πολίτες τους.
Ξεκινούμε σημειώνοντας δύο ορθογραφικά λάθη στην τελευταία περίοδο λόγου της δεύτερης παραγράφου («γενέες» αντί «γενναίες» και «λειξιπρόθεσμων» αντί «ληξιπρόθεσμων») και συνεχίζουμε καταγράφοντας με μία και μόνον φράση τί μας αφήνει αυτό που μόλις διαβάσαμε: «Σωστά, οκ, αλλά παρακάτω;»
Αδιαμφισβήτητα πρόκειται για ένα κείμενο γνώμης, σωστά δομημένο, με πολιτικό λεξιλόγιο και μια ψυχρότητα υφολογικά, που παραπέμπει αυτοστιγμεί σε συντάκτη με παρελθόν, παρόν ή μέλλον αιρετού. Ουσιαστικά επαναδιατυπώνεται μια άποψη, όπου συχνά πυκνά στα παράθυρα των δελτίων, τοπικοί άρχοντες επισημαίνουν, δεδομένα τα οποία και ο δικός μας τοπικός άρχων τα τονίζει τακτικώς στις τοποθετήσεις του. Θα λέγαμε πως, αυτό που μόλις διαβάσαμε, είναι το «ναι μεν» και μας λείπει το «αλλά». Τι έκαναν, τι θα μπορούσαν να κάνουν, ποιο μπούσουλα θα μπορούσαν να ακολουθήσουν κατά τη διαμορφωμένη ήδη κατάσταση οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης; Ποιες πιέσεις ή ποια διαμαρτυρία σημειώθηκε από τους δήμους, προκειμένου να δείξουν την όλη τους αποστροφή στο επιβαλλόμενο σύστημα του «υδροκέφαλου κράτους», ούτως ώστε «οι δήμοι να μην απολέσουν και το τελευταίο βήμα προς τους πολίτες τους» και μαζί με τον κόσμο να διεκδικήσουν και πάλι το δικαίωμα του άρθρου 102;
Στις υπόλοιπες 90 λέξεις, που θα μπορούσαν να γραφούν για να ζυγώσουν το όριο, ας ήταν να γίνεται μια αναφορά για τις δυνατότητες της νέας γενιάς στην τοπική αυτοδιοίκηση, έτσι όπως αυτές περιορίστηκαν, ή επαναπροσδιορίστηκαν. Μιας και στο σύντομο αυτόν απολογισμό δεν καταγράφηκε, ούτε με ποιον τρόπο, ο ίδιος ως νέος, φέρελπις και με διαγεγραμμένη πολιτική σταδιοδρομία κος Πετρίτης, αντιλαμβάνεται την πολιτική από το μετερίζι των νέων, τί σήμανε η «ετεροδιοίκηση» των ΟΤΑ πρακτικά και ανθρώπινα για τους διοικούντες και τους διοικούμενους.
Έναντι επιλόγου, ο συντάκτης, θέτει μια ερώτηση- τροφή για σκέψη στους αναγνώστες του: Αν οι δήμοι, ως άλλα έρμαια των επιταγών μιας κεντρικότερης διοίκησης θα συνεχίζουν να είναι πιόνια τρίτων, χάνοντας το κοινωνικό τους εκτόπισμα, ή καλύτερα την εμπιστοσύνη των ψηφοφόρων- πολιτών. Μια πρώτη απάντηση είναι πως η εμπιστοσύνη των πολιτών δεν εξαρτάται από τις περικοπές και τον ασφυκτικό έλεγχο των δήμων, αλλά από την προσπάθεια και την ειλικρίνεια των αιρετών, οι οποίοι μοιράζονται τα νέα δεδομένα με τους πολίτες τους και δεν εγκλωβίζουν τη δράση τους, αποποιούμενοι ευθυνών, στα «δε μπορούμε»… Πάντως ανάμεσα στις λέξεις του, έτσι όπως διαρθρώνονται και επιχειρηματολογούν, δε συναντούμε ποια αγωνία ήταν εκείνη που του «γέννησε» την ανάγκη να παρουσιάσει τις καταγεγραμμένες ως παραπάνω απόψεις. Το δικό του στίγμα, ας το αναζητήσουμε σε κάποια επόμενη ανάρτηση.
Τόνια Ζαραβέλα

