Καμιά φορά έχεις την εντύπωση ότι οι κυβερνώντες δε μας πολυσυμπαθούν. Όχι δε μας αγαπάνε, ή δε μας νοιάζονται, αλλά δε μας γουστάρουν καν. Ως φάρα. Ίσως επειδή έχουν μεγαλοπιαστεί, με τα σούρτα φέρτα σε Λευκούς Οίκους και Βρυξέλλες και κόκκινα χαλιά εδώ, και κωδωνοκρουσίες εκεί, μας βλέπουν λίγο σαν πλέμπα, κατώτερης ποιότητας που λέει κι ο κ. Δένδιας για τους μετανάστες μας. Οπότε και συμπεριφέρονται ανάλογα – βγάζουν διάφορους νόμους ξεπέτα, που οι περισσότεροι δεν προλαβαίνουν να εφαρμοστούν καν κι αποσύρονται, τόσο είναι γραμμένοι στο πόδι, κλείνουν πολυϊατρεία και ραδιοτηλεοράσεις εν μια νυκτί, καταργούν τη φύλαξη σχολείων κι οργανικές θέσεις εκπαιδευτικών με το έτσι θέλω, νομιμοποιούν διάφορα αυθαίρετα τύπου mall με εξευτελιστικές για μια δημοκρατία διαδικασίες, κι ούτε που τους νοιάζει άμα θυμώσουμε ή τσαντιστούμε, μας πετάν εκεί ένα “για το καλό της πατρίδας” και πολύ μας είναι. Σιγά μη δώσουν λογαριασμό στο φτωχό κι ανεπρόκοπο μαζί συγγενή, κάπως έτσι μοιάζουν να την έχουν δει.
Όπου, εντάξει συμβαίνουν αυτά στη ζωή, και σε μια σχέση μπορεί να σε έχει ο άλλος για φτύσιμο, το ζήτημα είναι εσύ τι κάνεις. Αν είναι αμοιβαία, για παράδειγμα, τα αισθήματα, τον γράφεις εξίσου από τη μεριά σου και δεν πάει να γίνει το σύμπαν ρημαδιό. Κρεβάτια άστρωτα, άπλυτα πεταμένα παντού, ο νεροχύτης τίγκα στα κατσαρολικά, κατσαρίδες κι αράχνες σε αγαστή σύμπνοια περιδιαβαίνουν στο πάλαι ποτέ νοικοκυριό. (Παρεμπιπτόντως, πότε και πώς κατάντησε η Πασπάρα σκουπιδότοπος μες στο χειμώνα; Γιατί τώρα σίγουρα δε μας φταίνε οι τουρίστες.)
Αλλά άμα δε θες να ζήσεις έτσι το υπόλοιπο της ζωής σου, αν επιμένεις να ονειρεύεσαι μια κανονικότητα, όπου η πολιτεία δεν το έχει τάμα να κανιβαλίζει τον τόπο και τους κατοίκους του, κι η απαξίωση δεν είναι το σαθρό θεμέλιο πάνω στο οποίο γκρεμίζονται καθημερινά αξίες αιώνων, άμα, ανοίγοντας τα ματάκια σου, δεις ότι όχι μόνο δεν είναι υποχρεωτικός αλλά ούτε καν φυσικός ένας τέτοιος μονόδρομος, εκεί αρχίζεις να έχεις πρόβλημα. Και κάτι θα πρέπει να κάνεις.
Είναι αυτό που λέει ο λαός, εδώ σε θέλω κάβουρα που περπατάς ανάποδα.
Πώς διεκδικείς αυτό το παλιό, ξεχασμένο βάλσαμο που λέγεται σεβασμός; Και πόσο συνυπεύθυνος είσαι για τη σημερινή του έλλειψη; Ένα τσακ θέλει για να μην μας έχουνε του κλότσου και του μπάτσου οι ίδιοι μας οι αιρετοί. Ένα τσακ για να γκρεμίσουμε τα είδωλα που μόνοι μας κατασκευάσαμε. Εκτός κι αν μας αρέσει η κλοτσοπατινάδα των τελευταίων – και όχι μόνον – ετών, οπότε πάει πιο πέρα από τα αμοιβαία αισθήματα. Καταντάει, αν δεν ταιριάζαμε δε θα συμπεθεριάζαμε.
Βικτώρια Τράπαλη

