Σημερινοί μας συνομιλητές, ο Κανένας κι η Καμία. Τους συναντήσαμε άκρη στο μώλο, να ψαρεύουν μες στο δειλινό, μ’ ένα καλάμι στο χέρι, να ροβολάν στην πλαγιά ενός βουνού, μ’ ένα σκύλο, ένα πιτσιρίκι, από κοντά, να μαζεύουν από το κοτέτσι τους τα ζεστά ακόμα αυγά, να παίζουν το οργανάκι τους – μπουζούκι, μπαγλαμά, ούτι ή κανονάκι – κουτσοπίνοντας με τα φιλαράκια τους, να τσουκαλομαγειρεύουν και να πλημμυρίζει το σπίτι ευωδιές, να σκαλίζουν το μπαξέ, το λαχανόκηπο, να ασβεστώνουν την αυλή και να στερεώνουν την πέργκολα εκεί που την πήρε ο προχτεσινός αέρας.
Τους βρήκαμε να διαβάζουν ξανά και ξανά το αγαπημένο τους βιβλίο, το αγαπημένο ποίημα, να πλέκουν με απαλό χνουδωτό μαλλί πολύχρωμα γάντια και σκουφιά, ζεστά κασκόλ για τις παγωμένες μέρες, να βουρτσίζουν, να σιάχνουν σε κοτσίδες τα μαλλιά ενός μικρού κοριτσιού, να φροντίζουν τον αδύναμο γέροντα, τους βρήκαμε να γελάν, να τραγουδάνε τη χαρά, να κλαίνε, να θρηνούν τη λύπη. Σκυφτούς πάνω από τον υπολογιστή, τους πιάσαμε να ψάχνουν το τραγούδι, το κείμενο που τους ενδιέφερε, ξεμοναχιασμένους στο δωμάτιό τους να απαγγέλλουν το ρόλο τους για τη σχολική παράσταση στο δημοτικό θέατρο του νησιού, ή να μετράν, πιασμένοι από το χέρι, τα βήματα ενός καινούριου παραδοσιακού χορού. Στην πόλη έβαζαν φώτα σε σκοτεινούς, φοβιστικούς δρόμους, ζωγράφιζαν ξεφλουδισμένα σκαλοπάτια και γκρίζους τοίχους, στις ακρογιαλιές μαζεύαν τα σκουπίδια που ξέβραζε η θάλασσα, στα χωριά έστηναν πανηγύρια για τους πολιτιστικούς τους συλλόγους.
Κι όταν ρωτήσαμε ποια η γνώμη τους για τη φτώχεια της Ελλάδας, απάντησαν δεν ξέρω, δεν απαντώ, κι όταν ρωτήσαμε ποιος θα μπορούσε να μας σώσει από όλο αυτό το κακό που μοιάζει τελειωμό να μην έχει, μας κοίταξαν κι απάντησαν: “Ο Κανένας κι η Καμία.”
Βικτώρια Τράπαλη
φωτο: Γ. Καλοκέντης

