Ήταν άνοιξη, απομεσήμερο, σ’ ένα σπίτι με περιβόλι πάνω στη θάλασσα. Στο μποστάνι κελαηδούσαν δεκάδες πουλιά, είχε δέντρα, μανταρινιές, λεμονιές, ένα παλιό πέτρινο πηγάδι, ένα παρτέρι με κόκκινες κι άσπρες και κίτρινες φρέζες, ολάνθιστες. Μια μεσημεριάτικη σιέστα, μοσχομύριζαν τα σεντόνια, από το ανοιχτό παράθυρο το πράσινο χυνόταν μέσα στο δωμάτιο, το ίδιο και τα κελαηδήματα. Κατά τα άλλα, ησυχία, σιγαλιά.
Μα το μυαλό όλο έτρεχε, αναμνήσεις, προβολές απ’ το μέλλον, έννοιες, ελπίδες, σκοτούρες, όλα μαζί, το ένα πίσω από το άλλο, καταστάσεις, συναισθήματα, λέξεις, ένας μπερδεμένος δημιουργός επί το έργον. Και το σύμπαν του, ένα θολό κατασκεύασμα.
Η καρδιά λαχτάρισε, δεν ήξερε πού να σταθεί, πώς να κουρνιάσει. “Μυαλό,” του είπε σιγανά, “στάσου μια στιγμή, άκου τον χτύπο μου, νομίζω πως πονάω.”
Ξεθάρρεψε και το κορμί από κοντά, μπλέχτηκε στην κουβέντα. ¨Ναι, ρε μυαλό, κράτει λίγο. Γραμμένο μ’ έχετε κι οι δυο, η μια με τα φτερουγίσματα, εσύ με τα τρεχαλητά, όλο στην τσίτα, σαν 8 είμαι. Δες το σβέρκο μου, την πλάτη μου, τίποτα δε χαμπαριάζουν οι νευρώνες σου;”
Κοίταξαν το μυαλό κι η καρδιά το φουκαριάρικο το κορμί, κι είχε δίκιο. Το βόλεψαν να πλαγιάσει άνετα, να χωθεί κάτω από το ελαφρύ πάπλωμα. Μετά το μυαλό άρχισε να τρέχει ξανά. Πέρα δώθε, και μέσα έξω και μπρος πίσω. Η καρδιά και το κορμί το κοίταζαν. “Δε θα ησυχάσει ποτέ αυτό”, στέναξε η καρδιά. Τώρα έφτιαχνε μια αγωνία, κι η κάμαρα γέμισε γκρι σκιές. Εκεί, επαναστατημένη, η καρδιά αγρίεψε: “Α, να σου πω, δε θα μας πιάνεις όλο το χώρο με τα μπλα-μπλα σου! Υπάρχουν κι άλλα πράγματα στη ζωή – για ραντάρ σ’ έχουμε, όχι για κουμανταδόρο!”
Ένα πουλί, μικρό, στη χούφτα χωρούσε, σκούρο από πάνω, κίτρινο στην κοιλιά, στάθηκε στο περβάζι. Τιτίβιζε και τιτίβιζε – οι γκρι σκιές άρχισαν να αραιώνουν. Το μυαλό ψιλοσάστισε: σωστά τα έλεγαν. Στάθηκε μια στιγμή να δει τι έχανε. Δισεκατομμύρια πληροφορίες το πλημμύρισαν μεμιάς, δεν τις χωρούσε, ό, τι έβλεπε, ό, τι άκουγε, ό, τι μύριζε, μια ασύλληπτη σημασία, σα ρεύμα ηλεκτρικό, συνεχούς ροής, ένας κόσμος χωρίς αντιφάσεις, ασύγκριτος. Μαζεύτηκε, τρομαγμένο, ούτε ένας καθρέφτης, πουθενά. Καινούρια πράγματα, ακόμα και το κάδρο με τα μισοκατεβασμένα ρολά και το μικρό πουλί στο περβάζι.
Μούλωξε για λίγο. Το κορμί χαλάρωσε κι άλλο, ο παλμός της καρδιάς άργεψε, τα βλέφαρα κλείσαν, οι μυρωδιές κι οι ήχοι έγιναν χάδια. Ο χρόνος, μονοιασμένος, γεννοβολούσε φρέσκια ζωή. Την ώρα που το έπαιρνε κι αυτό ο ύπνος, του μυαλού του φάνηκε πως μύριζε ζυμωτό ψωμί….
Βικτώρια Τράπαλη

