του Γεωργίου Ζαραβέλα, θεολόγου, υπ. Μ.Δ.Ε. Λειτουργικής
9 Μαΐου σήμερα και η Εκκλησία τιμά τη μνήμη μίας ηρωικής μορφής των πρώτων χριστιανικών χρόνων, του αγίου μεγαλομάρτυρα Χριστοφόρου.
α) Ο βίος και το μαρτύριο του Αγίου.
Ο άγιος Χριστοφόρος έζησε τον Γ’ αιώνα μ.Χ. και καταγόταν από μια φυλή ανθρωποφάγων της Ανατολής με δύσμορφα χαρακτηριστικά – ονομάζονταν κυνοκέφαλοι. Το αρχικό όνομά του ήταν το λατινικό Ρέπροβος ή Ρέπρεβος (Reprobus) που σημαίνει άσχημος, φοβερός ή καταραμένος, όνομα που του αποδόθηκε στη Ρώμη λόγω της σωματικής του διάπλασης και δυσμορφίας.
Ο Ρέπρεβος οδηγήθηκε σε νεαρή ηλικία δέσμιος μαζί με άλλους ομοφύλους του στη Ρώμη, ώστε να υπηρετήσει τον ρωμαϊκό στρατό στο τάγμα των Μαρμαριτών. Παρά την ειδωλολατρική πίστη του, αναζητούσε συνεχώς τον ισχυρότερο άρχοντα, ώστε να ταχθεί στην υπηρεσία του. Αρχικά, έμαθε ότι ισχυρότερος ήταν ο αυτοκράτορας. Όμως, κάποτε ένας μουσικός τραγούδησε ενώπιον του αυτοκράτορα ένα άσμα που αναφερόταν στον διάβολο. Τότε, ο βασιλέας ταράχθηκε και ο Ρέπροβος θεώρησε ότι ο σατανάς ήταν ισχυρότερός του. Έτσι, θέλησε να ταχθεί στην υπηρεσία του. Και πάλι, καθώς υπηρετούσε τον διάβολο έτυχε να περάσει κάτω από τον Εσταυρωμένο Χριστό. Ο σατανάς εξαφανίστηκε έντρομος· ο Ρέπροβος κατάλαβε ότι ο Χριστός ήταν ο ισχυρότερος άρχοντας και θέλησε να ταχθεί στην υπηρεσία του.
Ο Ρέπρεβος πλησίασε αμέσως τον Σταυρό και ρώτησε έναν μοναχό που προσευχόταν μπροστά του πως μπορεί να υπηρετήσει τον Εσταυρωμένο. Εκείνος του αποκρίθηκε ότι μπορεί να τον διακονήσει με την προσευχή. Βλέποντας, όμως, την άγνοια του Ρέπροβου για την προσευχή, ο μοναχός του πρότεινε να κατοικήσει στις όχθες ενός ορμητικού ποταμού, που οι άνθρωποι με δυσκολία μπορούσαν να διασχίσουν, και με τη σωματική διάπλασή του να μεταφέρει τους ταξιδιώτες απέναντι με ασφάλεια. Πρόθυμα έσπευσε και κατοίκησε στην όχθη του ποταμού, διακονώντας για χρόνια τους διερχόμενους ταξιδιώτες.
Σύμφωνα με την παράδοση, έτυχε μια ημέρα να εμφανισθεί μπροστά του ένα μικρό παιδί, το οποίο του ζήτησε να τον περάσει στην απέναντι όχθη. Ο Ρέπρεβος προθυμοποιήθηκε με χαρά. Όμως, στη μέση της κοίτης του ποταμού το βάρος του μικρού παιδιού ήταν ανυπόφορο για τον γιγαντόσωμο περάτη. Καταβάλλοντας το μέγιστο των δυνάμεών του, κατάφερε να αποθέσει το παιδί με ασφάλεια στην άλλη όχθη. Καθώς το απέθετε, λέει στο παιδί ότι το βάρος του φάνηκε περισσότερο από το βάρος όλου του κόσμου. Τότε, το μικρό παιδί αποκρίθηκε ότι αυτό είναι δίκαιο, καθώς ο Ρέπροβος έφερε στους ώμους του τον δημιουργό του κόσμου. Αμέσως, στο πρόσωπο του παιδιού αναγνώρισε τον Εσταυρωμένο Χριστό, στην υπηρεσία του οποίου είχε ταχθεί. Έτσι, ο Ρέπροβος έλαβε κατά την παράδοση της Εκκλησίας το όνομα Χριστοφόρος, καθώς έφερε επί των ώμων του τον ίδιο τον Χριστό. Εξαιτίας της διακονίας του ως μεταφορέα των διερχόμενων τον ποταμό είναι προστάτης άγιος των αυτοκινητιστών και των ταξιδιωτών.
Την εποχή εκείνη αυτοκράτορας ήταν ο Δέκιος, γνωστός από τον επί των ημερών του διωγμό εναντίον των χριστιανών (249-251 μ.Χ.). Ο Ρέπρεβος αντίκρυζε καθημερινά τις ωμότητες εναντίον των χριστιανών. Μη αντέχοντας την αδικία που έβλεπε, απομακρύνθηκε σε έρημο τόπο και προσευχήθηκε στον Θεό να μπορέσει να μιλήσει, αφού έως τότε μιλούσε μόνο τη γλώσσα της φυλής του. Αφού η ομιλία του αποκαταστάθηκε θαυματουργικά με την εμφάνιση αγγέλου, ο οποίος τον άγγιξε στα χείλη, πήγε στο δεσμωτήριο, όπου γίνονταν τα κατά των χριστιανών βασανιστήρια, και καταδίκασε την άδικη δίωξή τους. Τότε, ένας από το πλήθος, ο Βάκχιος, τον χτύπησε στο στόμα και κατήγγειλε στον αυτοκράτορα τη διαμαρτυρία του. Εκείνος διέταξε να τον συλλάβουν, αλλά ο γιγαντόσωμος αγροίκος έτρεξε προς τα βουνά, κυνηγημένος από 200 στρατιώτες, φέροντας ανά χείρας ραβδί, το οποίο βλάστησε θαυματουργικά, όταν ζήτησε από τον Θεό σημείο για να ενδυναμωθεί στον αγώνα του.
Μετά τη σύλληψή του από τους στρατιώτες και πριν να οδηγηθεί στη Ρώμη, ο Ρέπρεβος αύξησε με θαυμαστό τρόπο τους άρτους που είχαν μαζί τους και όλοι πίστεψαν στον Χριστό. Ακολούθως, πορεύτηκαν προς την Αντιόχεια, όπου βαπτίστηκαν όλοι χριστιανοί από τον επίσκοπο της πόλης Βαβύλα, και ο άλλοτε ανθρωποφάγος έλαβε το όνομα Χριστοφόρος.
Ο Χριστοφόρος και οι στρατιώτες εμφανίσθηκαν ενώπιον του Δεκίου, ο οποίος γέμισε από θυμό εξαιτίας της μεταστροφής τόσο του Χριστοφόρου, όσο και των 200 στρατιωτών και προσπάθησε να τον μεταστρέψει στα είδωλα με διάφορες κολακίες. Βλέποντας ότι ο Χριστοφόρος είναι αμετακίνητος στην πίστη του, διέταξε δύο επιτήδειες γυναίκες, την Ακυλίνα και την Καλλινίκη, να τον κάνουν με άνομο τρόπο να προσκυνήσει τα είδωλα. Εκείνος, όχι μόνο δεν ενέδωσε στα καλέσματά τους, αλλά τους μίλησε για τον Χριστό, κάνοντας και εκείνες να πιστέψουν και να εγκαταλείψουν την εφάμαρτη ζωή. Οι δυο γυναίκες, χριστιανές πλέον, βασανίστηκαν και μαρτύρησαν για την πίστη τους με εντολή του Δεκίου.
Ο αυτοκράτορας έχασε πλέον την υπομονή του. Για άλλη μια φορά ζήτησε από τον Χριστοφόρο να επιστρέψει στην ειδωλολατρία, αλλά εκείνος δεν υπάκουσε. Τότε, εμφανίστηκαν μπροστά του οι 200 χριστιανοί στρατιώτες, οι οποίοι, αντί να προσκυνήσουν τον αυτοκράτορα, έπεσαν στα πόδια του Χριστοφόρου. Ο Δέκιος διέταξε αμέσως να αποκεφαλιστούν. Ο αυτοκράτορας υπέβαλλε στη συνέχεια τον άγιο σε φρικτά βασανιστήρια: να κατακαεί μέσα σε καμίνι, να ριφθεί με πέτρα στον λαιμό μέσα σε βαθύ πηγάδι, να φορέσει χάλκινο πυρακτωμένο ένδυμα. Όμως, ο Χριστοφόρος έμεινε αβλαβής με την παρέμβαση αγίων αγγέλων. Έτσι, ο βασιλιάς διέταξε να θανατωθεί δι’ αποκεφαλισμού, μαρτυρώντας για την πίστη του στον Χριστό. Ήταν 9 Μαΐου του 250 μ.Χ. Η Ορθόδοξη Εκκλησία τιμά τη μνήμη του στις 9 Μαΐου, ενώ η Ρωμαιοκαθολική στις 25 Ιουλίου.
β) Το ησυχαστήριο του Αγίου στην Αίγινα.
Η τιμή του Αγίου Χριστοφόρου είναι ιδιαίτερα διαδεδομένη στο νησί μας, με επίκεντρο το ησυχαστήριο που τιμάται στη μνήμη του, κοντά στο Λεούσειο Ίδρυμα. Το ησυχαστήριο του Αγίου Χριστοφόρου βρίσκεται στα ανατολικά σύνορα του πολεοδομικού συγκροτήματος της Αίγινας. Ιδρύτρια του η μοναχή Ιωάννα Μπέση (+2008), γνωστή και αγαπητή σε ολόκληρη την Αίγινα και όχι μόνο, με πλούσια φιλανθρωπική δράση και άγιο βίο. Αφετηρία για την ίδρυση του ησυχαστηρίου στάθηκε η δωρεά κτήματος τριών στρεμμάτων (όπου σήμερα βρίσκεται η μονή) από τον πατέρα της μοναχής Ιωάννας Στυλιανό Μπέση, το 1946. Ο αρχικός πυρήνας της αδελφότητας απαρτιζόταν από τέσσερις μοναχές, τη Συγκλητική (πρώτη ηγουμένη της μονής), την Ιωάννα, τη Χριστοφόρα και την Αγαθαγγέλη, οι οποίες εγκαταστάθηκαν εκεί το 1948. Η επίσημη σύσταση του ησυχαστηρίου ως Ιδρύματος (Ν.Π.Ι.Δ.) έγινε με συμβολαιογραφική πράξη το 1957.
Στον χώρο της μονής, αρχικά, ανεγέρθηκε ο πρώτος, μικρός ναός τιμώμενος στο Γενέθλιο της Θεοτόκου (8 Σεπτεμβρίου) και λιγοστά κελιά. Καθώς αυξάνονταν οι ανάγκες της αδελφότητας, οι μοναχές πήραν την απόφαση να κτισθεί νέος, μεγαλύτερος ναός προς τιμήν του αγίου Χριστοφόρου. Η επιλογή του Αγίου έγινε για δύο λόγους. Αφενός, ο άγιος είχε μεσολαβήσει θαυματουργικά για τη σωτηρία ενός νέου κατά την Κατοχή, ύστερα από προσευχή της γερόντισσας Συγκλητικής. Αφετέρου, παρά το πλήθος των ναών στην Αίγινα, δεν υπήρχε κανένας ναός, ο οποίος να τιμάται στη μνήμη του Αγίου.
Οι εργασίες ανοικοδόμησης του ναού διήρκεσαν από το 1957 έως το 1960. Ο αρχιτεκτονικός ρυθμός του ναού είναι σταυροειδής βασιλική με τρούλο. Στις 11 Ιουνίου του 1961 έγιναν τα εγκαίνιά του από τον τότε μητροπολίτη Ύδρας, Σπετσών και Αιγίνης Προκόπιο Καραμάνο (+1965). Από το 1965 η μονή έχει την ιδιαίτερη ευλογία να φιλοξενεί λείψανο του αγίου Χριστοφόρου, η κάρα του οποίου φυλάσσεται στην Ιερά Μονή Καρακάλου του Αγίου Όρους. Έκτοτε το μικρό ησυχαστήριο αναπτύχθηκε με την ανοικοδόμηση του δεσποτικού, της τραπεζαρίας, του ηγουμενείου, του ξενώνα και άλλων μικρότερων κτισμάτων. Στο ΝΑ άκρο του ησυχαστηρίου βρίσκεται το κοιμητήριο.
Πρώτη ηγουμένη του ησυχαστηρίου του αγίου Χριστοφόρου ήταν η γερόντισσα Συγκλητική Δουρατσίνου (+1981), εκ Γαλαξιδίου καταγόμενη. Μετά την κοίμησή της, καθηγουμένη εξελέγη η μοναχή Συγκλητική Αλεξανδράτου (+2003), η οποία διετέλεσε φιλόλογος και γυμνασιάρχης στο Γυμνάσιο του νησιού. Μάλιστα, μετά την αποχώρησή της από την ενεργό διδασκαλία παρέδιδε αφιλοκερδώς μαθήματα προς ενίσχυση φτωχών μαθητών του νησιού. Ψυχή της μονής ήταν η μοναχή Ιωάννα Μπέση (+2008), η ιδρύτρια του ησυχαστηρίου. Μέσα από την πλούσια φιλανθρωπική δράση της και την αγιασμένη βιωτή της ήταν ιδιαίτερα αγαπητή όχι μόνο σε ολόκληρο το νησί, αλλά και εκτός αυτού. Άλλες μοναχές της αδελφότητας ήταν η μοναχή Χρυσοβαλάντη, η μοναχή Χριστοφόρα -μια εκ των τεσσάρων πρώτων μοναχών- και η μοναχή Θεοδοσία.
Σήμερα, καθηγουμένη του ησυχαστηρίου είναι η γερόντισσα Δωροθέα. Η αδελφότητα αποτελείται πλέον από τρεις μοναχές, δηλαδή την γερόντισσα και τις μοναχές Παρθενία και Τατιανή. Καθημερινά τελούνται στο καθολικό της μονής οι ακολουθίες του Όρθρου και του Εσπερινού, ενώ κάθε Σάββατο και σε μεγάλες εορτές τελείται Θεία Λειτουργία εκ περιτροπής από ιερείς του νησιού. Η μονή πανηγυρίζει δύο φορές τον χρόνο, την 9η Μαΐου στη μνήμη του Αγίου Χριστοφόρου (νέος ναός – καθολικό) και την 8η Σεπτεμβρίου στην ανάμνηση του Γενεθλίου της Θεοτόκου (μικρός – παλαιός ναός). Το απόγευμα της παραμονής της εορτής τελείται πανηγυρικός εσπερινός και το πρωί της εορτής πανηγυρική Θεία Λειτουργία με τη συμμετοχή κληρικών και πληθώρας πιστών.
Το ησυχαστήριο του αγίου Χριστοφόρου αποτελεί μια μικρή πνευματική ανάσα μέσα στα όρια της πρωτεύουσας του νησιού. Αν και βρίσκεται κοντά στην πόλη, η ησυχία και η γαλήνη που κυριαρχούν στη φιλόξενη αυλή του μεταφέρουν τον επισκέπτη από την πολύβουη καθημερινότητα σε άλλα επίπεδα, πνευματικά και ωφέλιμα για την ψυχή. Η αβραμιαία φιλοξενία των μοναχών σε συνδυασμό με τη χάρη και την ευλογία του αγίου Χριστοφόρου καθιστούν το ησυχαστήριο μια από τις πλέον αγαπητές επιλογές των Αιγινητών για πνευματική περισυλλογή και έκφραση της αγάπης προς τον Θεό.






