Μιας κι οι δημοσκοπήσεις – κοινώς γκάλοπ_ έχουν γίνει ψωμοτύρι στις μέρες μας (η χτεσινή, διεθνής μάλιστα, θέλει την κυβέρνηση της Ελλάδας την τρίτη λιγότερο δημοφιλή στον κόσμο) ευκαιρία να μάθουμε πώς, από ποιον και πότε εφευρέθηκε το ευγενές και όχι πάντα εύστοχο αυτό σπόρ.
Ο άνθρωπος που ταύτισε το όνομά του με τις δημοσκοπήσεις ήταν μια εξαιρετική περίπτωση.
Η καθημερινή πρωινή \”Μητρώον του Ντε Μόιν\” υπήρξε ένας αληθινός σταθμός στην έντυπη ενημέρωση. Την εποχή που η Άιοβα ζούσε πλούσια χάρη στο Μισισιπή και τη βιομηχανία και οι κάτοικοί της ταξίδευαν εις Παρισίους να επενδύσουν σε έργα του Πικάσο και του Ντιφύ, η εφημερίδα δεν μπορούσε παρά να ακολουθήσει.
Όταν η εφημερίδα αγοράστηκε από τον Γκάρντνερ Κόουλς τον πρεσβύτερο, μπήκε στην ίδια στέγη με ένα ακόμη ισχυρό τοπικό φύλλο, απογευματινό, και βρέθηκε με τον ανταγωνιστή μες στο ίδιο της το σπίτι. Ήταν η καλύτερή της περίοδος. Οι στήλες γνώμης, τα άρθρα της κεντρικής στήλης και οι γελοιογραφίες ήταν τα πιο δυνατά της σημεία. Ώσπου, το 1925 o εκδότης συνάντησε το νεαρό στατιστικολόγο και δημοσιογράφο Τζορτζ Γκάλοπ και άλλαξαν μαζί την ιστορία του Τύπου.
Ο Τζορτζ Χόρας Γκάλοπ, Γεώργιος Οράτιος για τα παλαιότερα των ελληνικών φύλλων, ήταν γέννημα θρέμμα της Άιοβας. Είχε γεννηθεί στο Τζέφερσον στις 18 Νοέμβρη του 1901, γιός πολύτεκνου κτηματομεσίτη. Ο πατέρας του τον έστρεψε στη δημοσιογραφία και τα οικονομικά προβλήματα της οικογένειας τον υποχρέωσαν να επιλέξει το πολιτειακό πανεπιστήμιο και να δουλεύει παράλληλα με τις σπουδές του, για να καλύπτει τα έξοδά του.
Από το πανεπιστήμιο ακόμη, ξεχώριζε. Όταν αποφοίτησε, οι καθηγητές του θέλησαν να τον κρατήσουν κοντά τους. Το μεταπτυχιακό του στην ψυχολογία και το διδακτορικό του στη δημοσιογραφία ολοκληρώθηκαν υπό το στοργικό βλέμμα τους. Κατόπιν, και για περίπου μια πενταετία, όλα έδειχναν ότι θα ακολουθούσε τον προβλέψιμο δρόμο της πανεπιστημιακής διδασκαλίας. Το \”δυνατό\” σημείο του ήταν η σχέση δημοσιογραφίας και μάρκετινγκ. Πολύ γρήγορα η φήμη του ξέφυγε από τον ακαδημαϊκό χώρο.
H πρόταση της διαφημιστικής εταιρίας Γιάνγκ και Ρούμπικαμ να αναλάβει επικεφαλής του τομέα μάρκετινγκ δίνει νέα ώθηση στην καριέρα του. Νυμφευμένος και πατέρας δύο γιών, στα 31 του χρόνια, μετακομίζει στη Νέα Υόρκη αναλαμβάνοντας μία από τις σημαντικότερες θέσεις στο χώρο της αμερικάνικης διαφήμισης, χωρίς ποτέ να αφήσει τη διδασκαλία, αφού εντάσσεται στο δυναμικό της φημισμένης δημοσιογραφικής σχολής του πανεπιστημίου Κολούμπια.
Αν κάτι έφερνε τον Τζορτζ Γκάλοπ στην πρωτοπορία – πέρα από τη διορατικότητά του και την ευφυϊα του- ήταν πως συνδύαζε την ακαδημαϊκή ταυτότητα με αυτή του διαφημιστή. Γνώριζε και τους δύο τομείς που, πολλές φορές στο μέλλον, θα συγκρούονταν ή θα συνεργάζονταν – σε κάθε περίπτωση πάντως θα αποτελούσαν ισοδύναμους διαμορφωτές της σύγχρονης δημοσκόπησης.
Η πρώτη σημαντική του προσφορά στην άνοδο της εταιρίας στην κορυφή, ήταν η ιδέα της χρήσης των τηλεφωνικών συνεντεύξεων για να εντοπιστούν οι εφημερίδες και οι ραδιοσταθμοί που προτιμά το κοινό, ώστε οι πελάτες της εταιρίας να έχουν την καλύτερη δυνατή εξυπηρέτηση.
Το 1936 πραγματοποίησε, πάντα με τη μέθοδο των τηλεφωνικών συνδιαλέξεων, την πρώτη πολιτική δημοσκόπηση στην ιστορία. Επεξεργαζόμενος 5.000 συνεντεύξεις, προέβλεψε τη νίκη του Φραγκλίνου Ρούσβελτ στις προεδρικές εκλογές. Ο Ρούσβελτ δεν ήταν το \”φαβορί\” του Τύπου και η επιβαιβέωση της πρόβλεψης του Γκάλοπ προσέλκυσε μεγάλο ενδιαφέρον. Ποτέ ξανά οι πολιτικές καμπάνιες κομμάτων και υποψηφίων δε θα ήταν ίδιες.
Και στις δύο επόμενες εκλογικές αναμετρήσεις, προέβλεψε επιτυχώς το νικητή. Η μέθοδός του έμοιαζε αδιαμφισβήτητη. Ως το 1948. Εκείνη τη χρονιά ένοιωσε έτοιμος να προχωρήσει στη δημιουργία δικής του εταιρίας, στην οποία έδωσε το όνομά του. Ήταν χρονιά εκλογών και οι μετρήσεις του Ινστιτούτου Κοινής Γνώμης Γκάλοπ έδειχναν ότι ο Τόμας Ντιούι θα αναλάμβανε την προεδρία, καταφέροντας ξεκάθαρη νίκη επί του Χάρι Τρούμαν.
Το εκλογικό σώμα δεν επιβεβαίωσε τις προβλέψεις αυτή τη φορά. Η μέθοδος του Γκάλοπ δεν ήταν αλάθητη. Ο ενθουσιασμός έδωσε τη θέση του στον προβληματισμό, ενώ η κοινή γνώμη έχανε μέρος της πίστης της στις δημοσκοπήσεις, που ως τότε τις αντιμετώπιζε ως αλάθητες. Γρήγορα βρήκε τη
ν αιτία της αποτυχίας: δεν είχε προβεί σε καμμία νέα δημοσκόπηση τις δύο τελευταίες εβδομάδες προ των εκλογών. Θεωρώντας ότι ο Ντιούι είχε τη νίκη στο τσεπάκι, δεν έλαβε υπόψιν τον μεγάλο αριθμό των αναποφάσιστων και δεν έκανε καμία δημοσκόπηση τις δύο τελευταίες εβδομάδες προ της εκλογικής αναμέτρησης.
Δεν ήταν το μόνο, εν τέλει ωφέλιμο, λάθος. Υπήρχαν λάθη και παραλείψεις που σήμερα μοιάζουν αδύνατες ή παιδαριώδεις. Είναι χαρακτηριστικό ότι η βασική έλλειψη των προπολεμικών δημοσκοπήσεων ήταν το σήμερα απαραίτητο, και ανεκδοτολογικώς αναφερόμενο, \”Δεν ξέρω / δεν απαντώ\”. Ο ίδιος ο Γκάλοπ – και πολλοί από τους δημοσκόπους της εποχής του, που ξεκίνησαν σχεδόν μαζί του- δεν είχε ποτέ περιλάβει την περίπτωση άγνοιας ή άρνησης συμμετοχής στις πιθανές απαντήσεις, μέχρι και μετά τον πόλεμο
πηγή: skai.gr

