ΠΑΙΔΕΙΑ ΣΥΝΟΜΙΛΙΕΣ

Τασούλα Μπέσση: μια εκπαιδευτικός μιλάει….

Written by aeginalight

«Η εκπαίδευση», έλεγε ο Νέλσον Μαντέλα, «είναι το όπλο για να αλλάξεις τον κόσμο». Στα χρόνια του νεοφιλελευθερισμού όμως, η εκπαίδευση ( ή μάλλον η διάλυση της) έχει γίνει το όπλο για να φτιάξεις ένα κόσμο στα μέτρα σου.
Τ.Μ.

Η Τασούλα Μπέσση είναι από τα πιο γνωστά κι αγαπητά πρόσωπα του νησιού. Χαρούμενη, γελαστή, λατρεμένη απ’ όποιον είχε την τύχη να “μάθει γράμματα” κοντά της. Στο τέλος της περασμένης σχολικής χρονιάς, συνταξιοδοτήθηκε μετά από δεκαετίες προσφοράς στο εκπαιδευτικό σύστημα, ένα μυαλό ολοζώντανο, αιχμηρό, παιδεμένο κι έμπειρο. Και παντελώς αρμόδιο να καταθέσει το βίωμά του, σαν μια ακόμα προσφορά στον πολυκύμαντο χώρο που πιστά και φιλότιμα υπηρέτησε. Έχει να πει πολλά, θα δούμε να περνάει περίπου όλη η μεταπολίτευση από μπροστά μας, να επισημαίνονται αλήθειες αιώνιες, και να καταδείχνονται και δρόμοι για το μέλλον. Ας την ακούσουμε….

tn

Β. Τράπαλη: “Πόσα χρόνια υπηρέτησες τη δημόσια παιδεία ως εκπαιδευτικός, κι από ποιες θέσεις;”

Τασούλα Μπέσση: “Κατ` αρχήν θέλω να ευχαριστήσω το Aegina  light και προσωπικά τη Βικτώρια Τράπαλη για τη δυνατότητα που μου παρέχει να καταθέσω μερικές μου σκέψεις, απόψεις και θέσεις, που αποκόμισα από την πολυετή εμπειρία μου υπηρετώντας τη Δευτεροβάθμια εκπαίδευση για περίπου 34 χρόνια, από τη θέση της φιλολόγου καθηγήτριας, αργότερα της Υποδιευθύντριας στο 1ο Γυμνάσιο Αίγινας και στο τέλος της Διευθύντριας στο Γυμνάσιο Μεσαγρού. Τον Ιούλιο του 2014 υπέβαλα την παραίτησή μου για συνταξιοδότηση γεγονός, που μου δημιουργεί τουλάχιστον αμηχανία, αν αναλογιστεί κανείς ότι περίπου για πενήντα χρόνια έπαιρνα κάθε πρωί μία τσάντα και πήγαινα σε κάποιο σχολείο, είτε ως μαθήτρια είτε ως καθηγήτρια.

Β.Τ.: “Πόσες αλλαγές είδες στο εκπαιδευτικό σύστημα αυτό το διάστημα και θεωρείς ότι προάγουν κάποιο όραμα συνολικό για την παιδεία στην Ελλάδα ή αντίθετα ήταν αποσπασματικές, συγκρουόμενες, αυθαίρετες και κατευθυνόμενες από τις πολιτικές της εκάστοτε κυβέρνησης;” 

Τασούλα Μπέσση: “Κάνοντας μια νοερή αναδρομή στο παρελθόν και μια ενδιαφέρουσα προσέγγιση ανάγνωσης και ερμηνείας του εκπαιδευτικού συστήματος, όπως εγώ το βίωσα και το υπηρέτησα, διαπιστώνω ότι: ποτέ δεν έγινε μια ολοκληρωμένη εκπαιδευτική μεταρρύθμιση, «π’ όλο την περιμένουμε, κι όλο κινάει για νάρθη, κι όλο συντρίμμι χάνεται στο περάσμα των κύκλων!.. όπως λέει και ο Κ. Παλαμάς, γιατί μας διακατέχει το σύνδρομο του Σίσυφου και του Κρόνου που έτρωγε τα παιδιά του, επειδή ασκούνταν πάντα στο χώρο της εκπαίδευσης μια κεντροϋπουργική  και στενά κομματική πολιτική και  όχι μια εθνική με τη συναίνεση όλων, κομμάτων, εκπαιδευτικής κοινότητας και της κοινωνίας, η  οποία με διορατικότητα, όραμα, στόχο και κατεύθυνση θα όριζε την παρεχόμενη εκπαίδευση και παιδεία τουλάχιστον για μισό αιώνα, έχοντας ως βάση τον άνθρωπο, που θα πρέπει να εκπαιδεύσει, να τον οπλίσει με τα κατάλληλα εφόδια, ώστε να ανταποκρίνεται στις μελλοντικές ανάγκες που θα προκύψουν δίνοντας ιδιαίτερο βάρος εκτός της νοητικής του ανάπτυξης και στη ψυχοσωματική του ισορροπία.

Όλα αυτά τα χρόνια, λοιπόν, παρακολούθησα, όπως και όλοι μας, το ένα νομοσχέδιο να διαδέχεται το άλλο, χωρίς προγραμματισμό, με προχειρότητα και αποσπασματικά και τα θύματα και τα πειραματόζωα φυσικά  να είναι οι μαθητές και οι γονείς τους. Φυσικά  αυτοί καλούνταν πάντα να πληρώσουν «τη νύφη».

Υπήρξαν σε αυτό το διάστημα και μέτρα, που πάρθηκαν και άλλαξαν σταδιακά το ελληνικό σχολείο. Θυμάμαι πως ήμουν φοιτήτρια στην Αθήνα, όταν ψηφίστηκε επί Ράλλη, εφαρμόστηκε και σηματοδότησε μια νέα πολιτική κουλτούρα η καθιέρωση της δημοτικής γλώσσας, του μονοτονικού συστήματος, τα μεταφρασμένα κείμενα αρχαίων συγγραφέων και η εννιάχρονη υποχρεωτική εκπαίδευση, Η αντίδραση θυμάμαι τότε υπήρξε μεγάλη. Στο « εν Αθήνησι Πανεπιστημίω » οι περισσότεροι καθηγητές απαιτούσαν να γράφουμε σε άπταιστη καθαρεύουσα και άλλοι στη δημοτική γλώσσα. Το τραγελαφικό ήταν πως, όταν διορίστηκα, ήμουν υποχρεωμένη να διδάξω τη δημοτική γλώσσα, που ποτέ εγώ δε την διδάχτηκα και να αναλύσω σύγχρονους νεοέλληνες λογοτέχνες, που ούτε καν στο Πανεπιστήμιο διδάχτηκα. Χρειάστηκε η προσωπική μελέτη, για να μπορώ να ανταποκριθώ στα νέα για μένα δεδομένα.

Σιγά – σιγά το σχολείο εκδημοκρατείται, καταργείται η σχολική ποδιά, αλλάζουν τα απαρχαιωμένα βιβλία, τα περισσότερα από αυτά είναι εικονογραφημένα και πιο εύληπτα και ελκυστικά, γίνεται σεβαστή και αποδεκτή η διαφορετικότητα, επιτράπηκε και στις καθηγήτριες η υιοθέτηση του παντελονιού και στους άνδρες το πιο άνετο ντύσιμο και ο Διευθυντής γίνεται πιο προσιτός σε συναδέλφους και μαθητές, δε φέρεται τόσο τυπικά και αυταρχικά, π.χ να αποσπά το τσιγάρο από τα χείλη καθηγήτριας και να το πετά κάτω και να το σβήνει με το παπούτσι του, (έζησα και τέτοια ακραία). Οι Σύλλογοι καθηγητών στα μεγάλα σχολεία έγιναν πολυπληθέστεροι έφθασαν περίπου τους 35 από τους 8 στην αρχή της καριέρας μου, αφού διορίστηκαν πολλές ειδικότητες μετά το 1980. Καταργήθηκε και η εργασία το Σάββατο, αφού μεταφέρθηκαν στις άλλες ημέρες οι διδακτικές ώρες.

Κάθομαι και σκέπτομαι την έλλειψη υλικοτεχνικής υποδομής στα πρώτα βήματά μου. Τα πάντα υπαγορεύονταν, ακόμα και τα θέματα των Πανελληνίων, που τα παίρναμε με ειδική εκπομπή του ραδιοφώνου. Δεν υπήρχαν φωτοτυπικά μηχανήματα, φαξ, υπολογιστές. Για να βγάλουμε αποτελέσματα δούλευε ανελλιπώς όλος ο Σύλλογος για πολλές ημέρες και τώρα μέσα σε ελάχιστο χρόνο ο Η/Υ τα έχει βγάλει. Το ένα Γυμνάσιο έγιναν τρία και η διπλοβάρδια καταργήθηκε. Θυμάμαι Γυμνάσιο και Λύκειο να συστεγάζονται στον ίδιο χώρο και να έχει το ένα σχολείο Δευτέρα, Τρίτη, Τετάρτη μάθημα απόγευμα και Πέμπτη Παρασκευή πρωί, αυτό εναλλάξ. Ευτυχώς, θα αλλάξει αργότερα σε πρωί – απόγευμα πάλι εναλλάξ. Φανταστείτε τα παιδιά της απογευματινής βάρδιας να ξεκινούν μάθημα κουρασμένα, νυσταγμένα, από το πρωί στα φροντιστήρια και να παρακολουθούν το επτάωρο πρόγραμμα, πώς μπορούσαν να αποδώσουν!

Στη μνήμη μου ήρθε η περίοδος που υπουργός Παιδείας ήταν ο Β. Κοντογιαννόπουλος και αυτό γιατί προσπάθησε να διαμορφώσει ένα αυστηρό πλαίσιο σχολικής ζωής, για να αντιμετωπίσει τη χαλαρότητα,  που πίστευε  επικράτησε στα σχολεία τη δεκαετία του `80 επί Π.Α.Σ.Ο.Κ. Η πολιτική του κατέληξε σε κινητοποιήσεις μαθητών και καθηγητών, σε μεγάλες απεργίες και καταλήψεις σχολείων- ακόμα και στην Αίγινα – με μεγάλη συμμετοχή, που θα καταλήξουν στα τραγικά γεγονότα της Πάτρας με τη στυγερή δολοφονία του καθηγητή Τεμπονέρα και την παραίτηση του υπουργού.

Πιστεύω βλέποντας εκ των υστέρων και από ασφαλή απόσταση τα γεγονότα πως η πιο ρηξικέλευθη μεταρρυθμιστική προσπάθεια  του 20ου αιώνα ήταν αυτή του Γερ.Αρσένη το 1997/98, που πολεμήθηκε όσο καμία. Αυτή απαιτούσε όραμα, ισχυρό πολιτικό θάρρος, αφού προσπαθούσε να επιλύσει δυσεπίλυτα και χρονίζοντα εκπαιδευτικά θέματα, όπως την κατάργηση των δεσμών, νέο εισαγωγικό σύστημα εισαγωγής στα Α.Ε.Ι και Τ.Ε.Ι, την κατάργηση της επετηρίδας, τη δια βίου εκπαίδευση, την αξιολόγηση της σχολικής γνώσης, την ίδρυση σχολικών βιβλιοθηκών, την παιδαγωγική κατάρτιση των καθηγητών και την καθιέρωση του ολοήμερου σχολείου. Όλος ο εκπαιδευτικός κόσμος αντέδρασε και βγήκε στους δρόμους και άλλη μια μεταρρύθμιση δε θα προχωρήσει  και θα επανέλθουμε στο καταδικασμένο σύστημα των δεσμών.

Γεγονός είναι ότι ορισμένα μέτρα από αυτά θα εφαρμοστούν στην πορεία με προχειρότητα και αποσπασματικά προκαλώντας  τη συνήθη οργή και αντίδραση της σχολικής κοινότητας.

Μετά από αυτόν τη σκυτάλη « του ράβε ξήλωνε » θα παραλάβουν και θα συνεχίσουν η Μαριέττα Γιαννάκου με το νόμο Πλαίσιο για τα Πανεπιστήμια, η Άννα Διαμαντοπούλου με το ψηφιακό σχολείο και το σύνθημα «πρώτα ο μαθητής » και τελευταία ο Κ. Αρβανιτόπουλος με το σχέδιο Αθηνά, το οποίο ο ίδιος άρχισε να ξηλώνει μετά από αντιδράσεις, που σημειώθηκαν. Στην Ελλάδα, λοιπόν, επικρατεί, κάθε υπουργός Παιδείας, που σέβεται τον εαυτό του και την προϊστορία του υπουργείου του, θα πρέπει να προτείνει ένα καινούριο νόμο εισαγωγής στην Τριτοβάθμια εκπαίδευση. Ο χώρος της Παιδείας είναι εξ ορισμού κι εκ φύσεως ευαίσθητος και συντηρητικός, αφού οι αλλαγές σε αυτόν επιβάλλεται να γίνονται με πλήρως υπολογισμένη ακρίβεια για ευνόητους λόγους. Ο νέος νόμος για το Λύκειο προβλέπει τη γραπτή εξέταση των μαθητών κατά το ήμισυ από “Τράπεζα Θεμάτων”, που εποπτεύεται από το Εθνικό Οργανισμό Εξετάσεων και κατά το ήμισυ από το διδάσκοντα καθηγητή. Ο μαθητής μπαίνει έτσι σε μια διαρκή ψυχοφθόρο διαδικασία Πανελληνίων, που θα τον κάνει να μισήσει περισσότερο το σχολείο, θεωρώ.

 Αποδυναμώνονται έτσι όπως εξ άλλου συμβαίνει τις τελευταίες δεκαετίες από το ουσιαστικό τους περιεχόμενο όλες οι άλλες παιδαγωγικές δραστηριότητες του σχολείου, πολιτιστικά προγράμματα, ερευνητικές εργασίες, καθώς οι μαθητές της Α` και Β` τάξης θα μπουν σε μια ανταγωνιστική διαδικασία εξετάσεων, όπως στην Γ΄ Λυκείου.

Μετατρέπεται όλο το Λύκειο σε ένα τεράστιο φροντιστήριο, που θα αγωνίζεται να καλύψει την ΥΛΗ.

Δεν επιτρέπεται στον καθηγητή να  προσαρμόσει το μάθημά του στις ανάγκες της τάξης. Ακόμη κι αν, για οποιοδήποτε λόγο, οι μαθητές του είναι στο «α», εκείνος θα πρέπει να ξεκινήσει από το «κ», γιατί διαφορετικά δε θα προλάβει να καλύψει όλη την ύλη. Αφαιρείται  έτσι η δυνατότητα από τον καθηγητή και κατά συνέπεια από το μαθητή να ξεχωρίσει το ουσιώδες από το ασήμαντο. Και το χειρότερο!! Ο υπουργός έθεσε υπό διωγμό τους εκπαιδευτικούς, όταν αυτοί αντέδρασαν για την αύξηση ωραρίου και την καταστρατήγηση των κεκτημένων με αγώνες δικαιωμάτων, με την κατάργηση 42 ειδικοτήτων του ΕΠΑΛ, με την καθιέρωση της διαθεσιμότητας, με τη θεσμοθέτηση της αξιολόγησης της σχολικής μονάδας αλλά και του εκπαιδευτικού  έργου. Εγώ προσωπικά δεν είμαι αντίθετη στην οποιαδήποτε αξιολόγηση, τη στιγμή που στην καθημερινότητα μας αξιολογούμε τους πάντες και τα πάντα, από το γιατρό που θα πάμε, από το φροντιστήριο που θα στείλουμε το παιδί μας, από τον εργάτη που θα προσλάβουμε, από το φίλο ή το σύντροφο που θα επιλέξουμε κ.ο.κ. Υπάρχουν, όμως, πολλά προβλήματα και ερωτηματικά σχετικά με την υιοθέτηση της, τους στόχους της, το αποτέλεσμα που επιδιώκει και κυρίως από ποιους θα υλοποιηθεί και κατά πόσο αυτοί και τα κριτήριά τους θα είναι αντικειμενικά και αδιάβλητα και κατά πόσο δεν θα προκύψουν αδικίες και προώθηση των ημετέρων, καθώς η αξιοκρατία στην Ελλάδα είναι ζητούμενο.

Ένας παλιός πολιτικός αναλυτής είχε αποφανθεί: “Αν θες να καταλάβεις τη χρησιμότητα και την όποια αξία ενός πολιτικού, μη σκέφτεσαι πόσα και ποια θετικά μπορεί να κάνει, αλλά σε ποια και πόσο σοβαρά λάθη μπορεί να υποπέσει”. Πολλοί πιστεύουν στην κακοδαιμονία του Υπουργείου Παιδείας, εγώ  στην ακαταλληλότητα όσων την υπηρέτησαν, ίσως γιατί οι περισσότεροι ήταν άσχετοι με το θέμα, είχαν άλλες σπουδές, και το χειρότερο κανείς τους δεν έλαβε υπόψη του τις προτάσεις των μάχιμων της εκπαίδευση, που ζουν και αγωνιούν γι′ αυτήν και την υπηρετούν και όχι τους καρεκλοκένταυρους, που απουσιάζουν χρόνια από τα σχολικά έδρανα.”

Β. Τ.: Τι είναι για σένα ο ρόλος του εκπαιδευτικού και της παιδείας για μια χώρα;” 

Τασούλα Μπέσση: “Απαντώντας στο υπό εξέταση ερώτημα σχετικά με τον σκοπό και το ρόλο του σύγχρονου εκπαιδευτικού, πιστεύω πως ο εκπαιδευτικός οφείλει πρωταρχικά να μεταλαμπαδεύσει γνώσεις στα παιδιά, ώστε να τα καταστήσει ικανά να ανταπεξέλθουν στις αυξημένες επαγγελματικές απαιτήσεις και τον ανταγωνισμό της εποχής της παγκοσμιοποίησης. Πράγματι, στο πλαίσιο της τυπικής εκπαίδευσης, ο δάσκαλος και το σχολείο οφείλουν: « να εφοδιάσουν τους ανθρώπους με τις βασικές δεξιότητες που τους χρειάζονται για να αναζητήσουν περισσότερη γνώση και άρα να τους εφοδιάζει με επαγγελματική κατάρτιση που θα τους βοηθήσει να εξασφαλίσουν τα απαραίτητα της ζωής». Η κοινωνία του σήμερα απαιτεί διασύνδεση με τον κόσμο της οικονομίας και της αγοράς εργασίας, απαιτεί από το εκπαιδευτικό σύστημα να οπλίσει τον νέο με τις δεξιότητες αυτές που θα τον βοηθήσουν να γίνει ανταγωνιστικός και δημιουργικός, εφόσον με την πρόοδο της επιστήμης και την εξειδίκευση, που επικρατεί στις μέρες μας, οι γενικές γνώσεις, όσο αξιόλογες κι αν είναι, δεν αρκούν πλέον.

Όμως, ποιες γνώσεις είναι αυτές που θα οπλίσουν τον νέο με τα εφόδια που απαιτούνται για την επιβίωση στην κοινωνία της πληροφορίας, στην κοινωνία της ψηφιοποίησης; Σήμερα, στην εποχή του Διαδικτύου, όπου η γνώση είναι αστείρευτη και αενάως εμπλουτιζόμενη, είναι το λιγότερο αφελές να θεωρούμε πως ένας μαθητής είναι δυνατόν να μάθει και πόσο μάλλον να αποστηθίσει ένα  έστω μέρος της. Και είναι επίσης αφελής η απαίτηση ενός «παντογνώστη δασκάλου». Σκοπός, επομένως, του σύγχρονου εκπαιδευτικού είναι αφενός να επιμορφώνεται διαρκώς, (Δια Βίου Μάθηση, Συνεχιζόμενη Εκπαίδευση), και αφετέρου να εφοδιάσει το μαθητή με κρίση, διερευνητικό πνεύμα και δημιουργικότητα, να τον μυήσει δηλαδή σε έναν τρόπο σκέψης και μια μέθοδο έρευνας, ώστε να φτάσει, όταν χρειαστεί μόνος του στη γνώση.

Ωστόσο, η τόσο εύκολη πρόσβαση στην πληροφορία, μέσω κυρίως των ΜΜΕ, και η συνακόλουθη υπερπληροφόρηση που κατισχύει σήμερα ελλοχεύουν τον κίνδυνο της παραπληροφόρησης, της προπαγάνδας και της ποδηγέτησης σε όλα τα επίπεδα, ηθικό, κοινωνικό, πολιτικό, επιστημονικό. Γι αυτό και στόχος της σύγχρονης εκπαίδευσης είναι η ενσάρκωση μιας επιλεκτικής και κριτικής στάσης προς τα κεκτημένα του πολιτισμού. Ο εκπαιδευτικός καλείται να διαδραματίσει πρωταγωνιστικό ρόλο σε αυτήν τη διαδικασία· όχι όμως από τη θέση του παντογνώστη – πομπού παρωχημένων γνώσεων βάσει του παραδοσιακού δασκαλοκεντρικού μαθήματος, μα ως συνοδοιπόρος και δημιουργικός εμψυχωτής, εμπνευστής και οργανωτής του ταξιδιού προς τον μαγικό χώρο της γνώσης και της δημιουργικότητας. Με αυτόν τον τρόπο θα πετύχει ίσως και το μέγιστο σκοπό, την αγάπη του παιδιού για τη γνώση και το σχολείο, καθώς, δίνοντας τη δυνατότητα στο μαθητή να σκεφτεί, να κρίνει, να ερευνήσει, να συνδυάσει και να παραγάγει σκέψεις τού τονώνει την αυτοεκτίμηση, τον βοηθά να κάνει μια γόνιμη αυτοκριτική των δυνατοτήτων και των ταλέντων του και όχι μόνο των ελλείψεων και των αδυναμιών του και μετατρέπει το σχολείο σε χώρο δημιουργικής χαράς και αυτοπραγμάτωσης .

Τα σημερινά σχολεία, περικλείουν στους κόλπους τους μαθητές διαφορετικών εθνών, κουλτούρας, γλωσσών, θρησκειών, κοινωνικών τάξεων, ικανοτήτων και κλίσεων, μαθητές που φέρουν διαφορετικά μορφωτικά κεφάλαια. Επομένως, βασικός στόχος του εκπαιδευτικού είναι η απαγκίστρωσή του από τα κοινωνικά στερεότυπα και η άμβλυνση των πολιτισμικών ανισοτήτων και ελλειμμάτων στην τάξη του, όχι ισοπεδώνοντας την ετερότητα, θεωρώντας τους μαθητές του ως «όμοιους», αλλά σεβόμενος την διαφορετικότητά τους. Το χρέος και ο στόχος του σύγχρονου εκπαιδευτικού, είναι στόχος πολυεπίπεδος. Πρέπει να εφαρμόζει τέτοια αγωγή που θα βασίζεται στην αποδοχή της μοναδικότητας του κάθε παιδιού, με στόχο «τη σύναψη μιας δημιουργικής σχέσης του μαθητή με τη γνώση, με τον εαυτό του, με τους άλλους και με τον κόσμο», ενός μαθητή, με ηθικές και αισθητικές αξίες, γνώσεις, πολιτισμική ευαισθητοποίηση και κρίση. Ενός μαθητή που η διαφορετικότητά του δεν θα αποτελεί τροχοπέδη για την κοινωνική του πορεία αλλά πηγή έμπνευσης και κοινωνικής ευδοκίμησης στη δημοκρατική, παγκοσμιοποιημένη κοινωνία του σήμερα.

Ειδικότερα, οφείλει να είναι καταρτισμένος στο γνωστικό αντικείμενο του, να παρακολουθεί τις τρέχουσες διεθνείς εξελίξεις, την εξάπλωση της πληροφορικής και να ανακαλύπτει νέες πηγές μάθησης, ερεθίσματα, εποπτικά μέσα, και διδακτικές. Η ένταξη της τεχνολογίας στη διδασκαλία και τη μάθηση αποτελεί μια σημαντική αλλαγή στο συντακτικό της μαθησιακής διαδικασίας.

Ο δάσκαλος έχει έναν καθαρά συντονιστικό και καθοδηγητικό ρόλο. Οι νέες παιδαγωγικές θέλουν τα παιδιά να δημιουργούν τις γνώσεις μέσα από βιωματικές διαδικασίες και όχι παθητικές αναπαραγωγές της.

Ένας αποτελεσματικός εκπαιδευτικός είναι καινοτόμος, ευρηματικός και ενθουσιώδης. Οι μορφές διδασκαλίας που προκρίνει είναι μαθητοκεντρικές και ομαδοκεντρικές.

Κομβικός επομένως είναι ο ρόλος του σύγχρονου εκπαιδευτικού, στο να καθοδηγεί τα παιδιά «πώς να μαθαίνουν», να βοηθάει στη σύνθεση κι ανάλυση της γνώσης, να διευρύνει την κριτική τους σκέψη και την παραγωγική τους ικανότητα. Στον μικρόκοσμο του σχολείου, που δεν είναι τίποτα άλλο από την αντανάκλαση μιας κοινωνίας, ο εκπαιδευτικός του σύγχρονου σχολείου έχει χρέος να δημιουργεί ασφαλείς συνθήκες μάθησης για όλα τα παιδιά, γηγενή ή παιδιά οικονομικών μεταναστών. Έτσι και οι μαθητές με τη σειρά τους μαθαίνουν να αντιμετωπίζουν το συμμαθητή ως φίλο και συνεργάτη. Η μόνη ελπίδα για μία πιο δίκαιη κοινωνία είναι η παιδεία. Ο σύγχρονος δάσκαλος, λοιπόν, οφείλει να είναι πρώτα από όλα άνθρωπος, να διδάσκει με το παράδειγμά του ήθος.

Ο  καλός δάσκαλος  πρέπει να γίνει η γέφυρα που θα ενώσει στέρεα το σχολείο με τον κόσμο και το παιδί με τη ζωή. Με το πάθος, την αυτοθυσία και το μεράκι αυτών των  δασκάλων κρατήθηκε όρθια η εκπαίδευση μέχρι σήμερα. Είναι αυτοί οι «δάσκαλοι που θυμάστε και θυμάμαι». 


Β. Τ.:
“Ποιες οι σχέσεις που έχεις αναπτύξει με τους μαθητές σου και ποιες οι προτεραιότητες που έβαζες για την μόρφωση όσων πέρασαν από τις τάξεις σου;” 

Τασούλα Μπέσση: “Επέλεξα να γίνω εκπαιδευτικός με μοναδικό κριτήριο την αγάπη μου για τους μαθητές και τη γνώση. Αντιμετώπισα τον κάθε μαθητή ως μια ξεχωριστή προσωπικότητα με σεβασμό στη διαφορετικότητα του λαμβάνοντας υπόψη τους διαφορετικούς ρυθμούς μάθησης, τις ειδικές φυσικές, συναισθηματικές και νοητικές ανάγκες του. Η ενσυναίσθηση και το προσωπικό ενδιαφέρον για κάθε μαθητή πιστεύω πως πρέπει να είναι τα εφόδια του σύγχρονου «δάσκαλου», ώστε να πετύχει τα επιδιωκόμενα μαθησιακά αποτελέσματα, καθώς και η δίκαιη και ίση μεταχείριση και η παροχή  ίδιων ευκαιριών μάθησης σε όλους. Επιδίωξα να αναπτύξω τέτοιες διαπροσωπικές σχέσεις, ώστε το κλίμα μεταξύ μας να εμπνέει σεβασμό, αλληλοεκτίμηση, ανεκτικότητα, αίσθημα ασφάλειας, δημοκρατίας, δικαίου και αγαστής συνεργασίας αλλά πάντα έβαζα και τα απαραίτητα όρια επιτρεπτής συμπεριφοράς, γιατί οι μαθητές λόγω ηλικίας και ανωριμότητας πολλές φορές τα ξεπερνούν. Πάντα  με ενδιέφερε η πολύπλευρη ανάπτυξη των μαθητών και μου άρεσαν οι μαθητές που δεν ήταν μόνο καλοί σε γνωστικό επίπεδο ή αποστήθιζαν καλύτερα, αλλά αυτοί που, εκτός από το γνωστικό μέρος, είχαν κοινωνική, ηθική και συναισθηματική επάρκεια. Για το λόγο αυτό, και στα δύο σχολεία που υπηρέτησα, αναλάμβανα μαζί με άλλους συναδέλφους την υλοποίηση πολιτιστικών προγραμμάτων για την Τοπική Ιστορία (συνεργασία με το ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού), για παραγωγή ντοκιμαντέρ, για  το έργο λογοτεχνών, έκδοση βιβλίου με την Αιγινήτικη διάλεκτο κ.ά.  Με τη συμμετοχή τους σε αυτά τα προγράμματα οι μαθητές συνεργάζονται, συμμετέχουν ενεργά, ενσωματώνονται στην ομάδα, εθίζονται στο διάλογο και τη δημοκρατία, χειραφετούνται, αποκτούν κριτική ικανότητα και σκέψη, αποδέχονται και εκφράζονται, και οι μαθητές με χαμηλές αποδόσεις και μαθησιακές δυσκολίες, που διαθέτουν όμως άλλα χαρίσματα και ταλέντα. Στο ίδιο  μοτίβο κινήθηκαν και οι πολυήμερες εκδρομές, που προγραμματίζονταν κάθε χρόνο στο πλαίσιο των πολιτιστικών προγραμμάτων σε περιοχές με ιστορικό, αρχαιολογικό, πολιτιστικό και περιβαλλοντικό ενδιαφέρον. Ήθελα σε αυτές τις εκδρομές να συμμετέχουν και οι μαθητές από οικονομικά ασθενείς οικογένειες για ευνόητους λόγους και γι` αυτό κάναμε διάφορες εκδηλώσεις, για να συγκεντρώσουμε χρήματα. Είμαι υπερήφανη, γιατί τις εκδρομές τις πραγματοποιήσαμε με ελάχιστη χρηματική συνεισφορά των μαθητών ή εντελώς δωρεά. Δε θα ξεχάσω, όταν προγραμματίζαμε την επταήμερη εκδρομή – προσκύνημα στην Κωνσταντινούπολη και είμαστε έτοιμοι να την ακυρώσουμε λόγω κόστους και χτύπησε το τηλέφωνο στο γραφείο και μου ανακοινώνεται από την εταιρεία του κ. Παύλου Κοντέλλη η χορηγία 10.800 € και μένω άναυδη. Με τις επιπλέον ενέργειες όλης της σχολικής κοινότητας πραγματοποιήσαμε δωρεάν την εκδρομή για 47 μαθητές και καλύψαμε και τα καθημερινά έξοδα των οικονομικά ασθενών μαθητών. Στις εκδρομές αυτές συσφίγγονταν οι σχέσεις καθηγητών- μαθητών και  των μαθητών μεταξύ τους.

Πιστεύω ότι ο καθηγητής θα πρέπει να αναπτύσσει τέτοιες σχέσεις εμπιστοσύνης, ώστε να μπορούν οι μαθητές, που αντιμετωπίζουν προσωπικά, ακόμα και οικογενειακά και οικονομικά προβλήματα να του τα εκμυστηρεύονται, όταν δεν έχουν κάποιον άλλο να εμπιστευθούν. Μου έτυχαν πολλές τέτοιες περιπτώσεις, που αντιμετώπισα μαζί με άλλους συναδέλφους με διακριτικότητα και πολλές τις παραπέμψαμε σε συμβουλευτικούς σταθμούς ή στο Συνήγορο του Παιδιού ή συγκεντρώσαμε χρήματα και τρόφιμα. Δυστυχώς, όμως, διαπίστωσα πως για σοβαρές περιπτώσεις, οσάκις απευθυνθήκαμε σε κεντρικές υπηρεσίες, η ανταπόκρισή τους ήταν υποτονική ή ελάχιστη.

Επαφίεται μόνο στον καθηγητή και στην καλή του πρόθεση  ή ακόμη και στη διαίσθηση του να ανακαλύψει το πρόβλημα και να το επιλύσει, αν μπορεί. Δεν ξέρω, αν υπήρξα καλή εκπαιδευτικός, αυτό που ξέρω είναι ότι δούλεψα κοιτώντας τους μαθητές μου κατάματα και σίγουρα δεν τους κορόιδεψα. Χαίρομαι που πολλοί παλιοί μαθητές μου έχουν διακριθεί στον επιστημονικό, επαγγελματικό, κοινωνικό και οικογενειακό στίβο. Εισέπραξα από αυτούς αγάπη και σεβασμό και πήρα από τα νιάτα, τη ζωντάνια τους, τον αυθορμητισμό, την αφέλεια, την αγνότητα και το χιούμορ τους, τόσα, όσο να μην καταλάβω τα χρόνια που πέρασαν και το σίγουρο είναι πως η επαφή αυτή θα μου λείψει. Ήδη μου λείπει.”

Β. Τ.: “Πώς βλέπεις σήμερα το τοπίο της εκπαίδευσης στην Ελλάδα, αλλά και στο νησί;” 

Τασούλα Μπέσση: “Η Παιδεία, που υπήρξε ανέκαθεν κύριος μοχλός, όχι μόνο της ανάπτυξης των κοινωνιών αλλά και του ίδιου του ανθρώπου ως σκεπτόμενου όντος, δεν μπορεί να ιδωθεί αποκομμένη από το συνολικό τρόπο ύπαρξης και εξέλιξης των κοινωνιών και του ίδιου του ανθρώπου. Για να μιλήσουμε, λοιπόν, για την Παιδεία σήμερα, θα πρέπει να την εντάξουμε πρώτα στην όλη σημερινή κοινωνική πραγματικότητα. Μια πραγματικότητα που δείχνει να έχει απομακρυνθεί από τις παλαιότερες επιδιώξεις αναζήτησης υπαρξιακών νοημάτων και που δείχνει να έχει επικεντρωθεί στην επιδίωξη της ευτυχίας με την έννοια της υλικής ευμάρειας. Η Παιδεία πρέπει να διαχωρίζεται από την Εκπαίδευση ή την κατάρτιση. Η παιδεία είναι η διαδικασία κτισίματος μιας ολοκληρωμένης προσωπικότητας, που δεν είναι μόνο γνωστική αλλά και πνευματική, συναισθηματική και συμπεριφοριστική. Σκοπός της παιδείας είναι να αποκτήσει το άτομο υπαρξιακή γνώση. Η εκπαίδευση είναι ο τρόπος απόκτησης γνώσης περιορισμένου εύρους και βάθους που εκφράζεται, ως επί το πλείστον, με τα εκπαιδευτικά προγράμματα. Στην Ελλάδα υπάρχει μια διαρκής σύγχυση των δυο εννοιών. Η παιδεία ταυτίζεται με την εκπαίδευση ενώ, ειδικά στην εποχή μας, δε θα ήταν υπερβολικό να πούμε ότι οι δύο έννοιες είναι περισσότερο αντίπαλες παρά σύμμαχοι. Κατά την άποψή μου η οικονομική κρίση σήμερα, που όλους μας ταλανίζει, δεν είναι παρά το επιφαινόμενο. Το πραγματικό πρόβλημα είναι δομικό, του ίδιου του τρόπου ύπαρξης και λειτουργίας των κοινωνιών, αλλά και του ίδιου του ανθρώπου, που χάνει, ολοένα και περισσότερο, τις αναγκαίες για τη ζωή του βεβαιότητες. Ποτέ η εκπαίδευση στη χώρα μας δεν ήταν αυτό που ήθελε η εκπαιδευτική κοινότητα. Ποτέ η εκπαίδευση δεν ήταν αντάξια της κοινωνίας μας και της νέας γενιάς. Πάντα οι αποφάσεις για την πορεία της παίρνονταν από το υπουργικό επιτελείο ερήμην της εκπαιδευτικής κοινότητας και της κοινωνίας. Σκοπιμότητες και πολιτικές διαχειρίζονταν τα θέματα της παιδείας με αποτέλεσμα το εκπαιδευτικό έργο και ο εκπαιδευτικός να βρίσκονται μόνιμα στη γωνία. Μετά την εφαρμογή των μνημονίων η κατάσταση έχει αλλάξει τραγικά. Οι συγχωνεύσεις σχολείων είναι συνεχείς με αποτέλεσμα να δημιουργούνται σχολεία μεγαθήρια με προφανή προβλήματα. Οι μαθητές στοιβάζονται σε ακατάλληλες αίθουσες, οι εκπαιδευτικοί κατά χιλιάδες προωθούνται στην κινητικότητα και την απόλυση και τα κενά που δημιουργούνται συμπληρώνονται από άνεργους επιστήμονες με ολιγόμηνες κακοπληρωμένες συμβάσεις ΕΣΠΑ. Για να συμπληρώσει ένας εκπαιδευτικός το υποχρεωτικό του ωράριο μετακινείται σε δύο, τρία ακόμα και σε τέσσερα σχολεία. Η  β` ανάθεση μαθημάτων σε συγγενείς ειδικότητες έχει προκαλέσει διαμάχη ανάμεσα στα μέλη μιας εκπαιδευτικής κοινότητας και έχει διαταράξει το ήπιο παιδαγωγικό κλίμα. Οι εκπαιδευτικοί δεν είναι αποκλειστικά ένοχοι, ούτε ολοκληρωτικά αθώοι, για την κατάσταση στην εκπαίδευση. Εκπαιδευτικός πεινασμένος, ανασφαλής, φοβισμένος, χωρίς παιδαγωγική ελευθερία, αξιοπρέπεια και επιμόρφωση, εφαρμοστής μόνο εντολών δεν μπορεί να είναι καλός δάσκαλος.

Τα Προγράμματα Σπουδών  έχουν τα τελευταία χρόνια απομακρυνθεί από τη γενική εκπαίδευση και έχουν προσανατολιστεί στη συλλογή εξειδικευμένων ‘δεξιοτήτων’, με σοβαρά ελλείμματα στη σφαιρική εκπαίδευση  και στην ουσιαστική παιδεία. Το επίπεδο της παρεχόμενης εκπαίδευσης έχει  υποβαθμιστεί, καθώς οι πολιτικές που εφαρμόζονται ωθούν τους μαθητές στην μαθητεία και την κατάρτιση και όχι στην εκπαίδευση.Υποβαθμίζεται συστηματικά η γενική εκπαίδευση, την ίδια ώρα, που η επαγγελματική, εγκαταλείπεται και αποσαθρώνεται. Η εκπαίδευση σήμερα υπηρετεί την αγορά και τη νέα τάξη πραγμάτων που θέλει να υπάρχει μια στοιχειώδης παιδεία χαμηλού κόστους, θέλει απαίδευτους και αμόρφωτους πολίτες, θέλει τη μαζική παραγωγή εργατών, χωρίς αναζητήσεις και προσωπικότητα, θέλει ένα υποβαθμισμένο σχολείο.

Στο σημερινό ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα όλων των βαθμίδων είναι φανερή η τάση παροχής κατακερματισμένης γνώσης που θα αναπτύσσει μονόπλευρα το μαθητή και θα τον μετατρέπει σε έναν άριστα καταρτισμένο τεχνίτη, χωρίς όμως κριτική σκέψη, χωρίς φαντασία, χωρίς συνείδηση και χωρίς βούληση. Αυτό συμβαίνει γιατί ουσιαστικά πρόκειται για μια εκπαίδευση χωρίς παιδεία. Δεν είναι τυχαίες οι έννοιες που έχουν χρησιμοποιηθεί κατά καιρούς : “κλάδοι”, “δέσμες”, “κατευθύνσεις”, “μαθήματα βαρύτητας” κ.α. Παιδιά δεκαπέντε χρονών καλούνται να πάρουν σημαντικές αποφάσεις για το επαγγελματικό τους μέλλον με αποτέλεσμα να εγκλωβίζονται σε αυτές χωρίς διέξοδο. Υπάρχει μια τάση να ελαχιστοποιηθούν τα μαθήματα ανθρωπιστικών και κοινωνικών επιστημών, τέχνης και πολιτισμού, που καλλιεργούν τη παιδεία και να αντικατασταθούν από μαθήματα ειδικότητας . Αυτή η αντιμετώπιση των μαθητών σαν μηχανήματα ικανά να κάνουν ένα μόνο πράγμα απέχει πολύ από την έννοια της παιδείας. Ο εκπαιδευτικός κυρίως στο Λύκειο που έχει να βγάλει συγκεκριμένη ύλη σε καθορισμένο χρόνο και να αντιμετωπίσει και την Τράπεζα Θεμάτων μετατρέπεται σταδιακά σε απλό διαχειριστή και διαμοιραστή πακέτων γνώσης, χάνοντας τον πραγματικό του ρόλο, αυτό του πνευματικού ανθρώπου. Στόχος τους είναι, λοιπόν, το σχολείο να εξυπηρετεί τις ανάγκες της αγοράς, η ανταμοιβή , το κέρδος και ο ανταγωνισμός. Και η αγορά έχει ανάγκη από “χέρια” και “εργαλεία” και όχι από “μυαλά”. Φυσικά οι ανάγκες της αγοράς δεν αφορούν τη παιδεία. Η παιδεία είναι προσανατολισμένη στις ανάγκες της ψυχής. Και η ψυχή είναι πολύ πιο σύνθετη από ένα γρανάζι. Την εκπαίδευση την παρέχουν συγκεκριμένοι φορείς, τα σχολεία και οι εκπαιδευτικοί, ενώ την παιδεία μπορείς να την αντλήσεις από παντού, πέρα από το σχολείο, από την οικογένεια, τους φίλους, από μια καλή συζήτηση, από τις τέχνες, από ένα βιβλίο, από έναν πίνακα , από ένα τραγούδι, μια ταινία ή ένα θεατρικό έργο και από τόσα άλλα..”

« Το μυαλό είναι φωτιά που πρέπει να ανάψεις και όχι δοχείο, που πρέπει να γεμίσεις », λέει σωστά, νομίζω, ο Πλούταρχος.

Το ποσοστό των Ελλήνων μαθητών, που μετά τη δευτεροβάθμια, Γυμνάσιο – Λύκειο, εκπαίδευση συνεχίζουν στη τριτοβάθμια, ΑΕΙ και ΑΤΕΙ είναι ίσως το υψηλότερο στην Ευρώπη. Η ελληνική οικογένεια έχει σε πρώτη προτεραιότητα τις σπουδές των παιδιών της. Αυτό σαν γεγονός θα μπορούσε να θεωρηθεί ως θετικό. Ο τρόπος και το κίνητρο, όμως, δημιουργεί πάρα πολλά προβλήματα στην ελληνική κοινωνία. Στην Ελλάδα θεωρούμε ότι η κοινωνική και επαγγελματική καταξίωση και επιτυχία στηρίζονται σε ένα καλό πτυχίο ή πλέον σε πολλά καλά πτυχία. Και για την επίτευξη αυτού του στόχου η ελληνική οικογένεια είναι αποφασισμένη να δαπανήσει ένα πολύ μεγάλο μέρος του προϋπολογισμού της σε ιδιωτικά σχολεία, φροντιστήρια, ιδιαίτερα μαθήματα κ.α. Για καλλιέργεια και για ολοκληρωμένη μόρφωση δεν γίνεται ούτε κουβέντα και αυτό οφείλεται και στο γεγονός ότι είμαστε ένας λαός, που κατεξοχήν ταυτίζει και συγχέει τις έννοιες εκπαίδευση και παιδεία. Πάρα πολλά ελληνόπουλα σπουδάζουν με το ζόρι και μάλιστα αντικείμενα που δεν τα ικανοποιούν ή δεν τους ταιριάζουν, μόνο και μόνο για να ικανοποιήσουν μια κοινωνική απαίτηση. Όλα αυτά βέβαια συμβαίνουν, γιατί στη χώρα μας έχουμε κατηγοριοποιήσει τα επαγγέλματα σε καλά (επιστήμονες) και σε κατώτερα. Συνέπεια αυτού; Δεν μπορούν να απορροφηθούν όλοι οι πτυχιούχοι, άρα εκτίναξη της ανεργίας και δεν υπάρχει επάρκεια στα υπόλοιπα επαγγέλματα, που εγκαταλείπονται  και καλύπτονται από μετανάστες.

Στην Αίγινα έχουμε την ευλογία να έχουμε καλά σχολεία  και στην Πρωτοβάθμια και στη Δευτεροβάθμια  εκπαίδευση, που στεγάζονται σε ωραία κτήρια. Επιτέλους, έχει τελειώσει και η διπλοβάρδια, που τόσο μας ταλαιπώρησε για πολλά χρόνια!  Έχει και εξαιρετικούς εκπαιδευτικούς, που αν και κακοπληρωμένοι, έχοντας υποστεί δραματική μείωση των μισθών και επιδομάτων τους, ζώντας υπό την απειλή της διαθεσιμότητας και της απόλυσης και δαπανώντας, αυτοί που καθημερινά πηγαινοέρχονται από την Αττική, το μεγαλύτερο μέρος του χαμηλού μισθού τους, προσφέρουν υψηλού επιπέδου εκπαίδευση, γιατί πονούν  και αγαπούν αυτό που κάνουν. Και για την Αίγινα ισχύουν όσα γενικά προανέφερα. Οι γονείς δαπανούν αμέτρητα χρήματα για την εισαγωγή των παιδιών τους στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, το Λύκειο λειτουργεί με αυτό το στόχο, χωρίς να παρέχει μια ολοκληρωμένη εκπαίδευση και μετά την εισαγωγή  στα ΑΕΙ και ΑΤΕΙ, όλοι είναι ικανοποιημένοι, οι μαθητές για την επιτυχία τους, οι γονείς που εκπλήρωσαν μια υποχρέωσή τους και το σχολείο που επιτέλεσε το σκοπό του. Το αποτέλεσμα; Το δείχνουν τα στατιστικά της ανεργίας των πτυχιούχων.

Κάτω από το παγόβουνο, όμως, δε φαίνεται, αλλά μόνο  ίσως ο εκπαιδευτικός βλέπει, χρόνο με το χρόνο, να αυξάνεται  η αδιαφορία των σημερινών μαθητών για μάθηση, ίσως γιατί  δεν τους ενδιαφέρει το περιεχόμενο των σπουδών τους, δεν κατανοούν τη γλώσσα τους, γράφουν λάθος ακόμα και το όνομά τους, δεν κατανοούν ένα κείμενο σε απλή δημοτική γλώσσα και δεν μπορούν να το αναπαράγουν σε κανονική ροή, δεν μπορούν να κάνουν τις τέσσερις πράξεις στα μαθηματικά ή να καταλάβουν αφηρημένες έννοιες. Αυτά τα παιδιά τελειώνουν τη μέση εκπαίδευση αμόρφωτα και ακαλλιέργητα. Άλλα πάλι διακόπτουν νωρίς τη φοίτηση.  Για αυτά δεν υπάρχει καμιά πρόνοια. Κτήρια σχολικά υπάρχουν και διαθέτουν χώρους , ας λειτουργήσει σε αυτά ένα νυχτερινό σχολείο, θα έλυνε κάποια προβλήματα, νομίζω. Πολλές φορές σκέπτομαι ότι φταίει το σύστημα, φταίμε οι εκπαιδευτικοί, φταίνε οι γονείς, φταίει η παρατεταμένη θερινή περίοδος στην Αίγινα, οι μικρές της αποστάσεις, (άρα βλεπόμαστε μεταξύ μας γρήγορα και εύκολα καφετέρια, βόλτα κ.λ.π ), φταίει το διαδίκτυο, το κακογραμμένο βιβλίο, τα γκρίκλις, φταίει….Πραγματικά όλοι και όλα φταίνε και προπάντων η νοοτροπία του νεοέλληνα, που τα θέλει όλα γρήγορα και χωρίς προσωπικό μόχθο. Διανύουμε  ένα μεταβατικό στάδιο τρομακτικό. Ελπίζω και εύχομαι να τελειώσει γρήγορα και η νέα γενιά να αποκτήσει όραμα και μέλλον. Ευτυχώς που υπάρχει και το μεγαλύτερο ποσοστό των μαθητών, που μοχθεί και σήμερα βαδίζοντας, όμως, σε ένα θολό και αβέβαιο μέλλον.

Β.Τ.:“Πόσο έχει βοηθήσει και μπορεί να είναι διέξοδος από τα ασφυκτικά οικονομικά δεδομένα η επανάσταση της ηλεκτρονικής πληροφόρησης κι επικοινωνίας.” 

Τασούλα Μπέσση: “Eίναι πια κοινή παραδοχή ότι ο δρόμος για την αναδιάρθρωση των δομών των επιχειρήσεων και του κράτους αλλά και για την ανακατεύθυνση της οικονομίας, είναι ψηφιακός.  Η κρίση βαθαίνει όλο και περισσότερο στους παραδοσιακούς τομείς της οικονομίας λόγω της παγκοσμιοποίησης, σε συνδυασμό με τον αδυσώπητο διεθνή ανταγωνισμό και την πτώση των τειχών του προστατευτισμού σε κάθε χώρα. Οι Τεχνολογίες Πληροφορικής και Επικοινωνιών είναι πλέον πρωταγωνιστές και όχι κομπάρσοι της οικονομίας. Η τεχνολογική επανάσταση είναι η ευκαιρία της εποχής μας, άλλωστε, κάθε κρίση δημιουργεί μια ευκαιρία: να αναθεωρήσουμε τον τρόπο που σκεπτόμαστε, να επανεξετάσουμε τις παραγωγικές μας δομές και να βρούμε αποτελεσματικότερους τρόπους εξυπηρέτησης των αναγκών του πολίτη. Η έξοδος από την κρίση δεν μπορεί να γίνει με μειώσεις στους μισθούς, κυρίως του ιδιωτικού τομέα και με πολιτικές λιτότητας, διότι έτσι ανακυκλώνεται το πρόβλημα και αυξάνεται η ανεργία . Όμως υπάρχει διέξοδος και βρίσκεται, όπως λένε οι ειδικοί, στην καινοτομία, στην εξειδίκευση και στην υψηλή τεχνολογία.  Πρέπει να γίνουν δομικές μεταρρυθμίσεις και μείωση της γραφειοκρατίας και να δοθεί βαρύτητα στις επενδύσεις , στην καινοτομία και την τεχνολογία και στην παροχή κινήτρων για την ίδρυση εταιρειών υψηλής τεχνολογίας. Η Ελλάδα μπορεί και πρέπει να δημιουργήσει Μονάδες Παραγωγής Καινοτόμου Λογισμικού υψηλού επιπέδου, που δε θα έχουν σε τίποτα να ζηλέψουν αντίστοιχες του εξωτερικού, παρέχοντας υπηρεσίες ανάπτυξης λογισμικού υψηλών προδιαγραφών στις πλέον απαιτητικές εταιρείες τεχνολογίας του εξωτερικού, ήδη έχουν γίνει λίγα αλλά ικανοποιητικά βήματα σε αυτή την κατεύθυνση.
Η ευστροφία του Έλληνα και η ικανότητα ανταπόκρισης στις απαιτήσεις της τεχνολογίας τον καθιστά ικανότατο στον τομέα αυτό, ακολουθώντας ευέλικτες διαδικασίες ούτως ώστε να ανταποκριθεί στις ανάγκες και στις απαιτήσεις του πελάτη. Όσοι έχουν μια ιδέα και θέλουν να την υλοποιήσουν μόνοι τους βγαίνοντας στην αγορά, πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τους ότι η πληροφορική είναι πλέον ένα παγκόσμιο χωριό. Μια επιχειρηματική ιδέα δεν πρέπει να απευθύνεται μόνο στα έντεκα εκατομμύρια των Ελλήνων αλλά στα δεκάδες εκατομμύρια των Ευρωπαίων και όχι μόνο. H Tεχνολογία της Πληροφορικής επηρεάζει διάφορες πλευρές της εργασίας και της διαχείρισής της, στον τρόπο σχεδιασμού/ανάπτυξης των αγαθών, τον τρόπο παραγωγής τους, τον τρόπο διαχείρισης της εργασίας, τον τρόπο διανομής αγαθών και υπηρεσιών. Ενοποιεί ό,τι μέχρι πρότινος αντιμετωπίζονταν ως ξεχωριστή περιοχή. Τα ηλεκτρονικά δίκτυα και τα δίκτυα οπτικών ινών έχουν τη δυνατότητα να συνδέουν διάφορους οργανισμούς, υπουργεία, υπηρεσίες, επιχειρήσεις, εκπαιδευτικά ιδρύματα, αλλά και τα υποσύνολα τους, έτσι ώστε οι διάφορες λειτουργίες σχεδιασμού, κατασκευής, διαχείρισης, μάθησης, έρευνας να συνδέονται πολύ στενά. Όλα γίνονται γρήγορα, απευθείας χωρίς μεσάζοντες και μεγάλο κόστος, καθώς χρησιμοποιούνται πλέον μηχανές για το συντονισμό και την παρακολούθηση των εργασιακών καθηκόντων αλλά και την επεξεργασία των πληροφοριών. Τομείς που μπορούν να αξιοποιηθούν για να μας βγάλουν από την κρίση είναι: ο τουρισμός, ο πολιτισμός, οι  υπηρεσίες  φιλοξενίας, οι εκδόσεις- εκτυπώσεις, οι χρηματοοικονομικοί και  της λογιστικής, το εμπόριο κι οι καινοτόμες προτάσεις και δραστηριότητες.

Η γενιά μας, οι σημερινοί μπαμπάδες και μαμάδες, μάθαμε το παιχνίδι, την ίδια τη ζωή στο δρόμο, στην αλάνα, στην πλατεία. Η επόμενη γενιά, τα παιδιά μας και τα παιδιά των παιδιών μας, θα ξέρουν άπταιστα να χειρίζονται υπολογιστή, να παίζουν στα δάχτυλα κάθε είδους gadget και  κάθε τεχνολογικό εφεύρημα. Η αλήθεια, όμως, είναι ότι μάλλον είναι πολύ λίγες οι πιθανότητες να τα δούμε ελεύθερα κι ανέμελα να ξεχύνονται στο δρόμο της γειτονιάς, για να παίξουν κρυφτό, κυνηγητό, μήλα, λάστιχο. «Παίρνω αμπάριζα και βγαίνω», λέγαμε… «Alt, control, delete», λένε τα  παιδιά σήμερα. Κάπου ανάμεσα μπορεί  ίσως και να βρεθούμε….

Αν και προέρχομαι από τη θεωρητική κατεύθυνση, πιστεύω ότι το μέλλον μας στηρίζεται στις νέες Τεχνολογίες. Θα πρέπει μόνο οι απασχολούμενοι με αυτές να παίρνουν μια σφαιρική παιδεία, γιατί ο άνθρωπος θα πρέπει να είναι μια ολοκληρωμένη προσωπικότητα. Παράλληλα με την ανάπτυξη της Τεχνολογίας θα πρέπει να καλλιεργούνται και οι ανθρωπιστικές σπουδές. Η  χωρίς παιδεία εκπαίδευση μπορεί να είναι, ενίοτε, και επικίνδυνη. «Πάσα επιστήμη χωριζομένη δικαιοσύνης και της άλλης αρετής, πανουργία, ου σοφία φαίνεται», δηλαδή η επιστήμη που χωρίζεται από τη δικαιοσύνη και την υπόλοιπη αρετή γίνεται πανουργία και όχι σοφία, (Πλάτωνας ). “

Βικτώρια Τράπαλη

About the author

aeginalight

Leave a Comment

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.