Μια φορά σε ένα μπαρ καθόταν ένας αδύνατος κύριος λίγο σαν κακομοίρης, και κοιτούσε καθηλωμένος το ποτό του χωρίς να το αγγίζει. Σε μια στιγμή έρχεται ένας μεγαλόσωμος τύπος, του παίρνει το ποτό από μπροστά του και το κατεβάζει μονορούφι, όπου ο αδυνατούλης ξεσπάει σε λυγμούς.
Ο μεγαλόσωμος τύπος του λέει:
– “Καλά ρε φίλε μην κάνεις έτσι, θα σου πάρω άλλο.”
– “Όχι, δεν είν’ αυτό”, του απαντάει ο κακομοίρης. “Όμως σήμερα, να, είναι η πιο άσχημη μέρα της ζωής μου. Το πρωί άργησα να σηκωθώ, έχασα ένα σημαντικό ραντεβού στη δουλειά και ο διευθυντής μου με απέλυσε. Βγαίνω έξω, μου έχουν κλέψει το αυτοκίνητο. Παίρνω ένα ταξί και ξεχνάω μέσα το πορτοφόλι μου. Γυρνάω σπίτι και βλέπω τη γυναίκα μου στο κρεββάτι με τον υδραυλικό. Και σα να μην έφταναν όλα αυτά, ενώ σκόπευα να βάλω ένα τέλος στη ζωή μου έρχεσαι εσύ και μου πίνεις το δηλητήριο!”

