Άνοιξη
Σε ένα στενό δρομάκι της Αίγινας, ήταν το μικρό μαγαζί του Νίκου του χασάπη.
Ο Νίκος, μαέστρος του χασαπομάχαιρου, έκοβε με ακρίβεια χειρουργού τα κρέατα πάνω στο ξύλινο πάγκο του.
Λεβέντης, ευθυτενής, κιμπάρης. Άρχοντας.
Τα μάτια του έλαμπαν γιατί αγαπούσε τη δουλειά του και χαιρόταν την αγάπη των φίλων – πελατών του,
Καλοκαίρι
Ψηλά στο λόφο, έξω από την Αγιά- Μαρίνα, έστησε ο Νίκος το παλάτι του.
Πεντακάθαρο, φιλικό, με όλα τα καλούδια του κόσμου. Με ένα χαμόγελο για όλους και έναν εγκάρδιο λόγο για τον καθένα.
Τα μάτια του στραφτάλιζαν στις φωτιές της ψησταριάς, χα’ι’δεύοντας με την πηρούνα του τα κοψίδια, σωστή ερωτική πράξη.
Φθινόπωρο
Στο υπόγειο του σούπερ μάρκετ ο Νίκος τεμάχιζε τα κρέατα μέσα στο ημίφως και το ζόφο. Σε ένα ξένο περιβάλλον που δεν του ταίριαζε.
Τα μάτια του δεν τα είδα καθόλου. Τα είχε συνέχεια κατεβασμένα. Καμιά δουλειά δεν είναι ντροπή. Ήταν σε θέση να το εμπεδώσει; Έφυγα γρήγορα.
Χειμώνας
Στην παραλία. Περπατούσε εξαϋλωμένος σαν να βρισκόταν σε άλλους κόσμους .
Στα μάτια του, ένα συνεχές βούρκωμα είχε σβήσει τη λάμψη και το στραφτάλισμα που θυμόμουν. Αγκαλιαστήκαμε. Ξαναδώσαμε την υπόσχεση να βρεθούμε και να πιούμε έναν καφέ.
Δεν κατάφερα να πιω ούτε τον καφέ στο ξόδι του.
Αυτή είναι η ιστορία του φίλου μου, του Νίκου του Χασάπη.
Και αυτό ας είναι ένα μνημόσυνό του.
Γιάννης Τζεβελέκος

