της Λίνας Μπόγρη- Πετρίτου
(όσα έχει κρατήσει η μνήμη από εκείνα τα όμορφα χρόνια της παιδικής ανεμελιάς, μέσα από τις διηγήσεις αγαπημένων, που δεν βρίσκονται πια κοντά μας… Γ. Γκίκας, Χ.Κουνουπιώτης-Παγώνι, Γ.Χαλδαιάκης, Γ.Χατζίνας-Μαύρη)
Τα κάλαντα ανήκουν σε κείνα τα έθιμα που θέλουν να εξασφαλίσουν την ευτυχία και την καλοχρονιά. Τα παιδιά τραγουδώντας από πόρτα σε πόρτα, μοιράζουν με τις ευχές τους, την αισιοδοξία και τη χαρά για τις γιορτές του Δωδεκαήμερου.
Τα αιγινήτικα παινέματα που ακολουθούσαν τα κάλαντα, είναι πλούσια, υπερβολικά ίσως πλούσια σε περιεχόμενο, όπως πλούσια είναι η γλώσσα μας, που φτιάχνει στίχους για ν’ αρέσουν, στον αφέντη, στην κυρά, στο γιο, στην κόρη του σπιτιού, κι έτσι ν΄ ανοίξουν «τα κουτάκια τους τα κατακλειδωμένα, να δώσουν για τον κόπο τους…».
Σε τούτη την ανθολογία με τις ευχές, θα ήταν κρίμα να μη θυμηθούμε και τα άλλα… παινέματα που τα παιδιά, μιας κάποιας εποχής,(του… 1910-1920!) τα «έψελναν», έξω από την κλειστή πόρτα που δεν άνοιγε.
«Ετοιμάζαμε από νωρίς τα κουμάντα μας, να βγούμε στις γειτονιές. Φιάναμε ντενεκεδένια καραβάκια, τουμπανάκια… Τα μπογιατίζαμε…
Εμοιράζαμε τις γειτονιές με τις άλλες τσέτες (παρέες). Αρχινάγαμε αφ’ τη Χώρα κάτου. Είχαμε καλάθι τσαι βάναμε αυγά, φοινίκια, σταφίδες, σύκα, ό, τι μας εφιλεύανε. Έπεφτε τσαι κανένας «καλπάτσος» (παλιό κέρμα), καμιά φορά. Όχι που να πεις τίποτα σπουδαία. Να, καμιά δεκάρα που ‘χε αφ’ τη μια μεριά την κουκουβάγια. Ή τσαι κάτι της μιας δραχμής με τον Γεώργιο που έγραφε ολόγυρα Κρητική Πολιτεία, τότες που ήντονε αρμοστής. Υπάρχανε που λες τσαι κάτι ανάποδοι με αμπαρωμένες τις θύρες… Άλλο που δε θέλαμε! Άσε που ήντονε πάντα οι ίδιοι τσαι οι ίδιοι. Γρουσούδηδες, που σου λέω. Εκαθόμαστε απ’ όξω αφ’ τη θύρα τους τσαι αρχινάγαμε με το μαλακό στην αρχή τσαι άμα δεν ανοίγανε, το αγρεύαμε:
«Τόσο βαρύ ειν’ το πάπλωμα τσαι δεν παίρνεις χαμπάρι
που από ‘ξω αφ’ τη θύρα σου, καράβι βολτετσάρει…
…Τόσα τραγούδια είπαμε, θύρα δεν έχει ανοίξει,
αν τα ‘λεγα στον ουρανό, χρυσάφι θα ‘χε ρίξει…
…Αφέντη μου, στην κάπα σου, χίλιες χιλιάδες ψείρες,
άλλες κλωσούν, άλλες γεννούν, άλλες αυγά μαζώνουν,
τσ’ άλλες το Θιο περικαλλούν να μη τις ζωματίσουν…
…Εσένα πρέπει, αφέντη μου, τορβάς τσαι δεκανίκι,
να σε τραβάνε τα στσουλιά (σκυλιά), τσαι πέντε δέκα λύκοι…
…Εσένα τσουρά μου η ευμορφιά, γλήγορα να σ’ αφήσει,
που όντες σε δει ο άντρας σου, να μη σ’ αναγνωρίσει…
…Μωρή ψειριάρα, ψειριαρού, τσαι ψειροκονιδιάρα,
που βάζεις πέντε δάχτυλα τσαι βγάζεις δέκα ψείρες…
…Την κόρη σου, την έμορφη, βάλτηνε στο ζεμπίλι
τσαι κράτησέ την αψηλά να μη τη φάν’ οι ψύλλοι…
…………………………………………………………………………
Εις έτη πολλά για τους αλλουνούς
τσάι για εσάς ντιπ για ντιπ τίποτις!!!»

