Ο ναός των Αγίων Θεοδώρων ή αλλιώς Όμορφη Εκκλησία βρίσκεται στα περίχωρα της πόλης της Αίγινας, στα όρια με τους Αγίους Ασωμάτους και την Κυψέλη και γιορτάζει κάθε χρόνο το πρώτο Σάββατο της Μεγάλης Σαρακοστής, οπότε η Εκκλησία τιμά την ανάμνηση του διά κολλύβων θαύματος που τέλεσε ο Άγιος Θεόδωρος ο Τήρωνας.
Οι μαρτυρίες των επιγραφών, σε συνδυασμό με το μικρό μέγεθος του ναού και τη θέση του έξω και μακριά από την οικιστική ζώνη του ΙΓ’ αιώνα, μας δίνουν την αίσθηση ότι ήταν ιδιωτικό παρεκκλήσιο ή κατά αμυδρή πιθανότητα μετόχιο κάποιας μονής. Στη θέση όπου χτίστηκε βρίσκονταν κτήματα της οικογένειας Μπενιζέλου, από την οποία καταγόταν η Αγία Φιλοθέη η Αθηναία. Η ανέγερση του ναού χρονολογείται ανάμεσα στα τέλη του 12ου και τις αρχές του 13ου αιώνα, ενώ υπάρχουν τέσσερις επιγραφές, οι οποίες πληροφορούν για την ιστορία του. Η αναφορά σε δύο από αυτές σε πρόσωπα της οικογένειας Σαγομαλά μας οδηγεί στο συμπέρασμα, ότι μπορεί να άνηκε στην οικογένεια αυτή, ενισχύοντας τη θέση ότι ο ναός ήταν ιδιωτικός.
Πρόκειται για μονόχωρο, καμαροσκεπή ναό με δίρρικτη στέγη. Οι διαστάσεις του είναι εξαιρετικά μικρές, εξωτερικά 6,33Χ4 μέτρα και εσωτερικά 4,2Χ2,6 μέτρα, χωρίς να υπολογίζεται η αψίδα του ιερού. Εξωτερικά είναι κτισμένος με ισόδομη τοιχοποιία με χρήση τετράγωνων πελεκητών πωρόλιθων, πιθανότατα σε δεύτερη χρήση από παλαιότερα οικοδομήματα, με συνεκτικό κονίαμα αποτελούμενο από ασβέστη και ελάχιστη ποσότητα άμμου. Η θεμελίωση του ναού είναι αρκετά υψηλή, ώστε να δημιουργείται λίθινο πόδιο που προεξέχει περιμετρικά του κτίσματος και θυμίζει κρηπίδα αρχαίων ναών. Λοξότμητο γείσο περιτρέχει τον ναό στις μακρές πλευρές (βόρεια και νότια) και στην ανατολική πλευρά, επί του οποίου στηρίζονται τα κεραμίδια της στέγης.
Στις δύο γωνίες της δυτικής όψης είναι τοποθετημένοι δύο ογκώδεις ορθογώνιοι πωρόλιθοι.. Πάνω σε αυτούς βρίσκονται εγχάρακτα σχέδια, όπως πτηνά και πλοία. Στον αριστερό πωρόλιθο βρίσκεται εγχάρακτη κτιτορική επιγραφή, αναγνώσιμη μόνο με ειδικό φωτισμό.
Στο κέντρο της δυτικής πλευράς ανοίγεται η μοναδική είσοδος του ναού. Περιβάλλεται από λίθινους πωρόλιθους, επί των οποίων χαράχτηκαν επιπεδόγλυφοι σταυροί εντός μεταλλίου, τρεις στο υπέρθυρο και από ένας σε καθεμιά από τις παραστάδες της θύρας. Πάνω από την είσοδο υπάρχει ελαφρώς πεταλόμορφο, υπέρθυρο προσκυνητάρι, με λοξότμητο λίθινο κοσμήτη στη βάση του, ενώ στο άνω μέρος του περιβάλλεται από πλίνθινη οδοντωτή ταινία, που αποτελεί το μοναδικό πλίνθινο στοιχείο του ναού. Σε αυτό υπήρχε άλλοτε ζωγραφισμένη ή τοποθετημένη η εικόνα των τιμωμένων αγίων. Στο αέτωμα της δυτικής όψης του ναού απαντώνται ίχνη από εντοιχισμένα πινάκια ή σκυφία, τρία γύρω από το προσκυνητάρι και άλλο ένα ψηλότερα. Στην κορυφή του αετώματος υπάρχει μεταγενέστερος, σκαλιστός σταυρός.
Στην ανατολική πλευρά του ναού δεσπόζει η ημιεξαγωνική εξωτερικά και ημικυλινδρική εσωτερικά αψίδα του ιερού βήματος. Στην αψίδα του ιερού βρίσκεται και το μοναδικό παράθυρο του ναού· δίλοβο, με μαρμάρινο αμφικιόνιο και λοξότμητο επίκρανο από λευκό μάρμαρο, το οποίο είναι εντοιχισμένο στη δόμηση της αψίδας, σαν χαραγμένο στην τοιχοποιία της.
Εσωτερικά ο ναός έχει θολωτή οροφή και είναι κατάγραφος από τοιχογραφίες. Χωρίζεται σε δύο μέρη· το ιερό βήμα και τον κυρίως ναό, με μεταγενέστερο κτιστό τέμπλο να τα διακρίνει. Η Αγία Τράπεζα είναι εντοιχισμένη στη βάση της εσωτερικά ημικυλινδρικής αψίδας του ιερού, ενώ στο βόρειο τοίχο ανοίγεται η κόγχη της πρόθεσης.
Ο ναός είναι κατάγραφος εσωτερικά. Οι τοιχογραφίες του ανάγονται στον ΙΓ’ αιώνα και θεωρούνται ως οι παλαιότερες σωζόμενες στην Αίγινα. Σύμφωνα με επιγραφή, ο ναός ιστορήθηκε το 1289 επί αυτοκράτορα Ανδρονίκου Α’ Παλαιολόγου και Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Αθανασίου Α’. Έχει δεχθεί μόνο μία εικονογραφική φάση με ολοκληρωμένο εικονογραφικό πρόγραμμα, η οποία σώζεται σε μεγάλο ποσοστό σε καλή κατάσταση, με εξαίρεση την κατώτερη εικονογραφική ζώνη.
Το εικονογραφικό πρόγραμμα του ναού έχει ως εξής: Στο τεταρτοσφαίριο της αψίδας του ιερού βρίσκεται η Πλατυτέρα, ένθρονη, έχοντας στην αγκαλιά της το Χριστό που ευλογεί με το δεξί χέρι, ενώ δεξιά και αριστερά τους εικονίζονται δύο σεβίζοντες άγγελοι. Χαμηλότερα, στον ημικύλινδρο της αψίδας, συναντούμε τέσσερις μορφές ιεραρχών που σήμερα βρίσκονται σε πολύ κακή κατάσταση και δεν γνωρίζουμε την ταυτότητά τους.
Στην κορυφή του μετώπου του τόξου της αψίδας βρίσκεται η παράσταση της Ετοιμασίας του Θρόνου. Χαμηλότερα αναπτύσσεται η παράσταση του Ευαγγελισμού, χωρισμένη σε δύο μέρη. Στο θόλο του ναού πάνω από το ιερό βήμα, εικονίζεται η Ανάληψη του Χριστού. Τέλος, στην κόγχη της προθέσεως εικονίζεται ο Άγιος Ρωμανός, ενδεδυμένος με διακονικά άμφια και φέροντας αρτοφόριο.
Στο δυτικό τοίχο του ναού εικονίζεται η Σταύρωση του Χριστού, η οποία καλύπτει τον τοίχο από το ύψος της εισόδου και πάνω. Στην κορυφή του θόλου με τον οποίο στεγάζεται ο ναός υπάρχει ταινία με φυτικό διάκοσμο, ο οποίος ξεκινά από την παράσταση της Αναλήψεως και φτάνει ως το δυτικό τοίχο. Από τις δύο πλευρές της ταινίας υπάρχουν δώδεκα παραστάσεις του χριστολογικού κύκλου, το λεγόμενο Δωδεκάορτο, οι οποίες χωρίζονται σε δύο ζώνες ανά πλευρά. Οι σκηνές δεν τίθενται σε απόλυτη χρονολογική σειρά, ενώ λείπουν οι σκηνές της Βάπτισης και της Πεντηκοστής, πιθανόν λόγω του θεολογικού προβληματισμού που υπήρχε εκείνη την εποχή σχετικά με την ένωση των Εκκλησιών Ανατολής και Δύσης και το ζήτημα του Filioque. Παράλληλα, υπάρχουν πολλές σκηνές από το πάθος του Κυρίου, όπως η Αποκαθήλωση, ο Χριστός Ελκόμενος και ο Επιτάφιος Θρήνος, αλλά και δύο σκηνές από την Ανάσταση του Χριστού, δηλαδή η Εις Άδου Κάθοδος και ο Άγγελος με τις Μυροφόρες στο κενό μνημείο.
Αξιοσημείωτη είναι η εικονογράφηση της Γέννησης του Χριστού, η οποία περιλαμβάνει ασυνήθη στοιχεία, όπως η απεικόνιση της Θεοτόκου με τον τύπο της Γαλακτοτροφούσας. Η Θεοτόκος φέρει στην αγκαλιά της τον μικρό Χριστό και τον θηλάζει. Επίσης, στο στόμιο του σπηλαίου της Γεννήσεως εικονίζονται μάτια, μάλλον πτηνών, όπως δηλώνεται από το σχήμα τους. Πιθανόν, αποτελεί στοιχείο λαϊκής επίδρασης από τις περί βασκανίας λαϊκές δοξασίες.
Κάτω ακριβώς από τη ζώνη με τις χριστολογικές σκηνές στον βόρειο, νότιο και δυτικό τοίχο του κυρίως ναού εικονίζονταν ολόσωμες, μετωπικές μορφές αγίων. Σήμερα σώζονται από αυτές μονάχα σπαράγματα, με εξαίρεση την μορφή του Αγίου Μάμμα στον δυτικό τοίχο, αριστερά της θύρας.
Η εικονογραφία του ναού εντάσσεται αρμονικά στις κυρίαρχες τεχνοτροπικές τάσεις του ΙΓ’ αι. στο νότιο ελλαδικό χώρο. Κοινά γνωρίσματα αποτελούν τα στοιχεία που προσλαμβάνονται από την παλαιότερη παράδοση, όπως για παράδειγμα η επίπεδη και γραμμική απόδοση των σωμάτων και της πτυχολογίας των ενδυμάτων των εικονιζομένων μορφών, αλλά και τα στοιχεία που οφείλονται σε σύγχρονες με την αγιογράφηση του ναού καλλιτεχνικές αναζητήσεις, όπως η ζωγραφική απόδοση και η εκφραστικότητα των προσώπων.
Οι μορφές αποδίδονται με συντηρητικότητα. Οι σκηνές αποπνέουν έντονη δραματικότητα και συναισθηματισμό, αναδεικνύοντας τον οικείο και ανθρώπινο χαρακτήρα των μορφών. Επιμέρους μορφές έχουν έντονη εκφραστικότητα που φτάνει ως και την υπερβολή. Οι χρωματικές διαφοροποιήσεις είναι περιορισμένες. Υπάρχει αγάπη για το κόσμημα, ενώ στη ζωγραφική επιφάνεια διεισδύουν και ρεαλιστικά στοιχεία.
Σ.σ.: Οι φωτογραφίες προέρχονται από το προσωπικό αρχείο του Γεώργιου Ζαραβέλα.





