Είχα την τύχη, την ευτυχία μάλλον, να γυρίζω τα νησιά του Αιγαίου και του Σαρωνικού για 30 σχεδόν χρόνια και να γνωρίσω αυτούς τους καταπληκτικούς ανθρώπους, τους νησιώτες.
Μέσα στα πλωτά τραμπάκουλα της εποχής, σαλπάριζες για τη Σαντορίνη και ξέμενες στην Πάρο να θαυμάζεις τους ανεμόμυλους. Ξεκινούσες για την Ικαριά και ξεμπαρκάριζες στη Σάμο ζηλεύοντας τα φτερά του Ίκαρου. Ανοιγες πανιά για τα Κύθηρα, που ποτέ δεν έφτανες μιας και πόδιζες στο Κυπαρίσσι να μαζεύεις χόρτα στο βουνό ώσπου να βρεθεί μέσο να γυρίσεις. Άσε που μια φορά τα πέταξα. Ήταν η ημέρα του Τσέρνομπιλ, αλλά πώς να το μάθουμε εκεί . Ούτε το τρανζιστοράκι έπιανε.
Τις περισσότερες φορές, όμως, όταν δε χάλαγε το καράβι ή ο καιρός, πιάναμε λιμάνι, ο λόγος το λέει, και βγαίναμε στην ξηρά με τις βάρκες. Περνούσαμε περισσότερες ώρες μέσα στο καράβι, παρά στην ξηρά.
Και τότε, οι παρθένες εκείνη την εποχή φυσικές ομορφιές των νησιών, μπαίναν σε δεύτερο πλάνο, μόλις γνωρίζαμε αυτούς τους Ακρίτες.
Αυτούς που πέρα από την έμφυτη αρχοντιά και ευγένεια, έχουν ρουφήξει σαν σφουγγάρι τη φιλοσοφία και την τέχνη όλων αυτών τών λαών που πέρασαν από πάνω τους και που από κατακτητές έγιναν θαυμαστές και μαθητές τους.
Γνήσιοι απόγονοι του Αριστοφάνη, διαθέτουν ένα αστείρευτο χιούμορ, χοντροκομμένο καμιά φορά, αλλά πάντα εύστοχο, ιδιαίτερα όταν στοχοποιούν τον εαυτό τους. Τρανή απόδειξη τα αποκριάτικα σκαμπριόζικα τραγούδια της Κούλουρης.
Συνήθιζα εκείνα τα χρόνια, πριν να τα κατακλύσει ο τουρισμός, να περνώ λίγες μέρες διακοπών πότε εδώ και πότε εκεί.
Ήταν η εποχή που οι περισσότεροι τουρίστες γύριζαν με ένα σακίδιο στην πλάτη, με μια φέτα καρπούζι στο χέρι και τον υπνοσάκο τους για έναν ύπνο κάτω από τα αστέρια. Κάτι λίγοι, μεγάλοι κυρίως σε ηλικία ξένοι, έψαχναν με κάτι χοντρά βιβλία να βρούν την Ιθάκη τους. Οι υπόλοιποι καλοκαιρινοί επισκέπτες ήσαν οικογένειες που παραθέριζαν στα λιγοστά ενοικιαζόμενα δωμάτια, με τον πάτερ-φαμίλια να έρχεται το Σαββατοκύριακο για να ξεδώσει και να επιβλέψει.
Υπήρχε, λοιπόν, ένα καράβι που έφευγε από τον Πειραιά κάθε Παρασκευή στις 4 το απόγευμα και τραβούσε για Κύθνο, Σέριφο, Σίφνο, Μήλο, Κίμωλο, όπου έφθανε μέσα στη νύχτα. Την Κυριακή το μεσημέρι, έκανε το αντίστροφο δρομολόγιο για Πειραιά.
Ήταν το περίφημο «καράβι των κερατάδων», όπως το ονόμασαν με τη φιλοπαίγμονα φύση τους οι ντόπιοι κάτοικοι των Μικρών Κυκλάδων. Κανέναν δεν ενόχλησε αυτός ο χαρακτηρισμός. Τουλάχιστον αυτούς που διέθεταν στοιχειώδη αίσθηση του χιούμορ, και γνώριζαν την καλωσύνη της ψυχής του νησιώτη.
Βεβαίως, με τα χρόνια ξεχάστηκε αυτός ο προσδιορισμός, όχι γιατί σταμάτησε το κέρατο, αλλά με τα νέα χάι-σπιντ πλοία, τα δρομολόγια πύκνωσαν και επέτρεπαν ακόμα και μια αυθημερόν μεσοβδομαδιάτικη αιφνιδιαστική επίσκεψη για ξέδωμα και επίβλεψη.
Κάτι αντίστοιχο συνέβη και στα νησιά του Αργοσαρωνικού με μια χρονική καθυστέρηση. Η μόνη διαφορά ήταν ότι λόγω των πυκνών δρομολογίων, δε στοχοποιήθηκε κάποιο καράβι ή δρομολόγιο, αλλά οι επισκέπτες που γέμιζαν τα νησιά λόγω και της μικρής απόστασης τα Παρασκευοσαββατοκύριακα, που τους ονόμασαν οι ντόπιοι «παρασκευάδες».
Τον πρώτο καιρό υπήρξαν έντονες αντιδράσεις, διότι αυτό θεωρήθηκε υποτιμητικό, πολύ περισσότερο που απευθύνετο σε ένα πολυπληθές σύνολο ανθρώπων που τουλάχιστον βοηθούσαν στην οικονομική ανάπτυξη των νησιών, όχι για την ψυχή της μάνας τους, αλλά ως αντάλλαγμα για την απόλαυση του καθαρού αέρα και της θάλασσας.
Κι εδώ, όμως, χρόνο με το χρόνο, θες γιατί πολλοί παρασκευάδες αγάπησαν τόσο πολύ τα νησιά και έχτισαν σπίτια, θες γατί οι ντόπιοι κατάλαβαν, έξυπνοι και ευγενείς άνθρωποι, ότι ούτε έξυπνο ήταν ούτε ευγενικό ήταν και κυρίως δεν τους συνέφερε οικονομικά να στενοχωρούν τους επισκέπτες τους που έρχονται έστω για ένα μπάνιο ή να ανάψουν ένα κερί, ή να φάνε ένα εγγυημένα φρέσκο ψαράκι. Τις τρείς κύριες πηγές εισοδήματός τους.
Οσο και να έχουν πάψει, οι έξυπνοι και ευγενικοί ντόπιοι, να χρησιμοποιούν τον χαρακτηρισμό «Παρασκευάς», δεν θα πάψει να είναι καταγεγραμμένη σαν «ιστορικό απολίθωμα» στην πολιτιστική ιστορία του Σαρωνικού , δίπλα στις λέξεις «Μυρμιδώνες», «Αρβανίτες» κτλ.
Εύχομαι σε όλους καλώς ορίσατε, καλή διαμονή και καλή καρδιά.
Γιάννης Πεύκης
φωτό: πλοίο “ΓΛΑΡΟΣ” 1904− 1968, στον Αργοσαρωνικό το 1948 και 1949

