Πρόσφατα τo Κέντρο Ξένων Γλωσσών “Νέον” του Γιάννη Ντούρου ανακοίνωσε πως από τον Ιανουάριο 2015, είναι επίσης και Κέντρο Διά Βίου Μάθησης (ΚΔΒΜ). Επειδή πολλοί από εμάς δεν είμαστε ίσως απόλυτα κατατοπισμένοι για το τι σημαίνει ο καινούριος αυτός όρος που έχει μπει τελευταία μαζί με τόσους άλλους (Κοιν. Σ. Επ, για παράδειγμα) στην καθημερινότητά μας, επικοινωνήσαμε με τον κ. Ντούρο να μας εξηγήσει καλύτερα την φύση και τους στόχους ενός τέτοιου εγχειρήματος.
Β. Τ.: Τι ακριβώς είναι τα κέντρα διά βίου μάθησης; Πόσα χρόνια λειτουργούν γενικά ως θεσμός, και πιστεύετε ότι έχει παράξει μέχρι σήμερα αποτελέσματα; Τέλος, υπάρχει κόστος για να παρακολουθήσει κανείς μια σειρά μαθημάτων κι αν ναι, πόσο είναι αυτό;
Γιάννης Ντούρος: Τα Κέντρα Διά Βίου Μάθησης ξεκίνησαν το 2010 σαν η βασική δομή εκπαίδευσης ενηλίκων σε τοπικό επίπεδο (επίπεδο Δήμου), περιλαμβάνοντας οργανωμένες μαθησιακές δραστηριότητες που απευθύνονται σε ενήλικους, αντικαθιστώντας τα Κέντρα Εκπαίδευσης Ενηλίκων. Πρόσφατα δόθηκε και στον ιδιωτικό τομέα η δυνατότητα να ιδρύσει ΚΔΒΜ και να οργανώσει τα εκπαιδευτικά και επιμορφωτικά προγράμματα που επιθυμεί και τα οποία μπορούν να απευθύνονται και σε άτομα νεότερα της ηλικίας των 18.
Αν και είναι νωρίς ακόμη, τα ΚΔΒΜ κρίνονται ιδιαίτερα επιτυχημένα, και δεν μπορεί να αμφισβητηθεί το ότι έχουν τεράστια δυναμική. Εξ’ άλλου, θεωρείται θέσφατο ότι σε περιόδους κρίσης, και είμαστε, ιστορικά, σε μια από τις χειρότερες, ο άνθρωπος οφείλει να επιμορφώνεται, έτσι ώστε να μπορέσει να αποδειχτεί ανταγωνιστικός στις καλύτερες περιόδους που οφείλουν να ακολουθήσουν.
Σε πρώτη φάση, λοιπόν, αρχίζουμε με τα εξής:
Λογοθεραπεία (πρόληψη, διάγνωση και αντιμετώπιση των διαταραχών Λόγου), Εργοθεραπεία (σχετίζεται με όλες τις δυσκολίες που εμποδίζουν το παιδί στην καθημερινή του λειτουργικότητα), Μαθησιακή Αποκατάσταση (σχετίζεται με τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει ένα παιδί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας της μάθησης), τα έξοδα των οποίων καλύπτονται από τα ασφαλιστικά ταμεία. Τα παραπάνω αποτελούν μέρος Ειδικών Εκπαιδευτικών Αναγκών (Special Educational Needs), την αντιμετώπιση των οποίων, στην τάξη, είναι κάτι που διδάσκω κι εγώ διαδικτυακά σε εκπαιδευτικούς μέσω του Βρετανικού Συμβουλίου.
Επίσης, θα λειτουργήσουν Σχολές Γονέων καθώς και Επαγγελματικός Προσανατολισμός (ή επαγγελματική συμβουλευτική) που είναι η διαδικασία εκείνη η οποία μας βοηθάει να απαντήσουμε στο ερώτημα: τι να κάνω σχετικά με την επαγγελματική μου σταδιοδρομία. Το κόστος για το πρώτο εξαρτάται από τις συνεδρίες που θα αποφασίσει ένας γονιός να παρακολουθήσει, ενώ για τον ΕΠ είναι ένα, ιδιαίτερα χαμηλό για αυτά που προσφέρει, εφ’ άπαξ ποσό, που παρέχει, όμως, υπηρεσίες σε βάθος ετών.
Β. Τ. : Ποιοι καθηγητές διδάσκουν;
Γιάννης Ντούρος: Για την περίπτωση του ΚΔΒΜ ‘ΝΕΟΝ’, μπορώ να σας πω ότι οι υπηρεσίες προσφέρονται από εταιρεία με πολυετή εμπειρία στο χώρο, που, όσον αφορά στις μαθησιακές δυσκολίες, μπορεί να δικαιολογήσει το σύνολο σχεδόν των χρημάτων που πληρώνουν οι γονείς έτσι ώστε αυτά να τους επιστρέφονται από το ταμείο τους, κάτι που δεν παρέχεται από ιδιώτες ή από κέντρα που δεν έχουν παιδοψυχίατρο ή ψυχολόγους. Επίσης, μπορεί να υπάρξει υποστήριξη και από άλλες υπηρεσίες, όπως π.χ. παιδοψυχιατρικές εκτιμήσεις. Όλοι, δε, όσοι εργάζονται, έχουν μεταπτυχιακές σπουδές (master) στο αντικείμενό τους και η ομάδα των ειδικών έχει επιστημονικό υπεύθυνο υποψήφιο Διδάκτορα του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Β. Τ.: Θα μας πείτε και δυο λόγια για το ίδιο το Νέον – το ιστορικό του και την φυσιογνωμία του;
Γιάννης Ντούρος: Το Κέντρο Ξένων Γλωσσών ‘ΝΕΟΝ’ λειτουργεί στην Αίγινα από το 1987. Τα τελευταία χρόνια η τεχνολογία έχει γίνει αναπόσπαστο κομμάτι στην διδασκαλία της ξένης γλώσσας, όπως, άλλωστε, και στην εκπαίδευση εν γένει. Χρησιμοποιούμε, λοιπόν, όλα τα τεχνολογικά μέσα, όπως διαδραστικούς πίνακες, ψηφιακά βιβλία, ψηφιακές πλατφόρμες εκπαίδευσης, ηλεκτρονικούς υπολογιστές, καθώς επίσης και το διαδίκτυο, σε όλα τα επίπεδα σπουδών, σε όλες τις αίθουσες διδασκαλίας, ήδη από το 2008. Να σημειωθεί εδώ, ότι η ‘Τεχνολογία στην Εκπαίδευση’ είναι, μεταξύ άλλων, κάτι που επίσης προσωπικά διδάσκω, διαδικτυακά, στην τριτοβάθμια εκπαίδευση μέσω του Βρετανικού Συμβουλίου.
Δυστυχώς, στην Ελλάδα, ιδίως τα τελευταία χρόνια, η ξένη γλώσσα διδάσκεται με μόνο στόχο την απόκτηση ενός, τις περισσότερες φορές ανυπόληπτου, πιστοποιητικού, δηλαδή, για ένα κομμάτι χαρτί, κάτι που, παραδόξως, δείχνει να ικανοποιεί εκπαιδευτικούς, μαθητές και γονείς. Προσωπικά, διαφωνώ μ’ αυτό και πιστεύω ότι οφείλουμε να επενδύουμε στην διδασκαλία για την ουσιώδη εκμάθηση της γλώσσας καθώς και της κουλτούρας που την συνοδεύει, και, επειδή τα πιστοποιητικά κάποια στιγμή είναι απαραίτητα, πρέπει να επιλέγονται με γνώμονα την ποιότητα και την διαχρονικότητά τους.




