Λάστιχα κοκορέτσι. Στρογγυλά κομμάτια λάστιχο, σαν αυτά που είχαν στο καπάκι με το ελατήριο οι γκαζόζες, περασμένα σε σύρμα, παρίσταναν τα λάστιχα στο ποδήλατο του κυρ – Παναγιώτη.
Ο πισινός μου πονούσε σε κάθε λακούβα , καθώς καθόμουν μπροστά, στο σίδερο. Πίσω, στη σχάρα, με μαξιλαράκι, καθόταν η μεγαλύτερη αδερφή μου.
Εκείνη την εποχή, ήταν μεγάλη πολυτέλεια να πηγαίνεις εκδρομή. Και εμείς την είχαμε, αφού τις Κυριακές ο πατέρας μου δεν μπορούσε να πάει κυνήγι λόγω της κατάστασης.
Μπροστά οι τρείς μας με το ποδήλατο και πίσω η κυρ – Αθηνά με τα πόδια, μαζεύοντας και κανένα χόρτο. Βόλτα στον Πύργο της Βασιλίσσης στο Τατόι. Κολατσιό κάτω από τα δέντρα. Χάρτινα καραβάκια στις στέρνες με τα χρυσόψαρα.
Είχε και μια τρόμπα, που έτσι κι αλλιώς δεν χρειαζόταν, το τσαντάκι για τα εργαλεία, αδειανό και πίσω κρεμόταν το τσιγκάκι με τον αριθμό κυκλοφορίας.
Το ποδήλατο το είχε ο πατέρας μου για να πηγαίνει στη δουλειά του στην Αποθήκη του σιδηροδρόμου, στο Σταθμό Λαρίσης. Πότε έφευγε και πότε γύριζε, λίγες φορές το καταλάβαινα.
Αυτό όμως που δεν μπορώ να ξεχάσω, είναι όταν χτυπούσαν οι αντιαεροπορικές σειρήνες τη νύχτα και έφευγε για να έχει το νου του στις Αποθήκες. Πολλές φορές, γαντζωμένος στα παντζάκια του, δεν τον άφηνα να φύγει. Έφευγε, και η μάνα μου σταυροκοπιόταν και προσευχόταν να γυρίσει. Μια φορά γύρισε με τρυπημένο το παντζάκι από σφαίρα.
Για να πάει στο Σταθμό από το σπίτι, έπρεπε να περάσει από τα μπλόκα, που κάθε τόσο άλλαζαν, ανάλογα με τις εξελίξεις της κατάστασης. Στην Ελλησπόντου τα Τάγματα Ασφαλείας. Στην Πλατεία του Κολωνού οι Χανιώτηδες. Στην Κωνσταντινουπόλεως άλλοι. Όλοι τον ήξεραν και τον γνώριζαν από μακρυά πάνω στο ποδήλατο με το υπηρεσιακό πηλήκιο στο κεφάλι και τον άφηναν να περάσει. Κάποιος, καινούργιος φαίνεται, δεν τον ήξερε.
Αργότερα, το ποδήλατο απόκτησε κανονικά λάστιχα και καινούργια σέλα με ελατήρια. Και κάποτε κρεμάστηκε πια σε δυο μεγάλες πρόκες στον τοίχο του κήπου.
Έκανα τότε πολλές προσπάθειες να το σενιάρω για να κάνω βόλτες. Πολύ δύσκολο . Χρειαζόταν ακτινολόγημα , ρουλεμάν στις ρόδες και στα πετάλια, τακάκια και σύρματα για τα φρένα, καινούργια αλυσίδα, δυναμό, φανάρια.
Ξανακρεμάστηκε στις πρόκες. Με το καμπανάτο κουδούνι του και τον αριθμό κυκλοφορίας.
Ίσως η σκιά του να ζει μέχρι και σήμερα. Όπως οι σκιές και οι πληγές κάθε ανολοκλήρωτου όνειρου.
Γιάννης Τζεβελέκος

