ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ

Νίκος Καββαδίας, ο ποιητής των οριζόντων

Written by aeginalight

10 Φεβρουαρίου του 1975, ο τελευταίος απόπλους, ο Νίκος Καββαδίας «έφυγε» για το μεγάλο ταξίδι στην αιωνιότητα…

 

Θα μείνω πάντα ιδανικός κι ανάξιος εραστής
των μακρυσμένων ταξιδιών και των γαλάζιων πόντων,
και θα πεθάνω μια βραδιά σαν όλες τις βραδιές,
χωρίς να σχίσω τη θολή γραμμή των οριζόντων.

Λίγα πράγματα μπορεί να γράψει κανείς, που να μην είναι κλισέ, για τον Νίκο Καββαδία. Ο Καββαδίας είναι ένας ποιητής που βρίσκεται στα στόματα πολλών ανθρώπων, η ποίηση του έχει το ιδίωμα να στοιχειώνει μέσα στο μυαλό του αναγνώστη. Μόλις ανοίγεις το εξώφυλλο μιας συλλογής του Καββαδία αισθάνεσαι ένα μανιασμένο θαλασσινό αέρα να σε φυσά στο πρόσωπο, και η τρικυμία αρχίζει.

Τρεις ποιητικές συλλογές εξέδωσε ο Νίκος Καββαδίας, η τελευταία εκδόθηκε μετά το θάνατο του από εγκεφαλικό το 1975. Η δουλειά του λοιπόν είναι ήδη περιορισμένη σε σύγκριση με συγγραφείς πολυγραφότατους όπως για παράδειγμα ο Σεφέρης. Όμως μέσα σε αυτά τα μικρά βιβλιαράκια κρύβεται τόση πίκρα, τόση μοναξιά και τόση τρυφερότητα όσα είναι τα κύματα της θάλασσας που υμνεί ο ποιητής. Είναι αδύνατο να διαβάσει κανείς τα ποιήματα του ως ελαφρό ανάγνωσμα, και εντελώς απίθανο να μη συγκινηθεί. Ανάμεσα στις τρεις συλλογές μεσολαβούν πολλά χρόνια και αυτό αποτυπώνεται στο τελικό αποτέλεσμα, καθώς η καθεμιά δίνει και διαφορετική αίσθηση, σαν να υποδεικνύει την ωρίμανση του ποιητή.

Πρώτη του εκδοτική απόπειρα, το Μαραμπού, που κυκλοφόρησε το 1933 σε 245 μόλις αντίτυπα, με δικά του έξοδα. Ο Καββαδίας, που καταγόταν από την Κεφαλονιά, νησί με ναυτική παράδοση, μπαρκάρισε πρώτη φορά το 1929, και στο Μαραμπού αποτυπώνεται φανερά η επιθυμία του να γίνει ναυτικός, ο φόβος ότι ο θάνατος μπορεί να τον βρει στη στεριά –όπως και έγινε- και οι πρώτες, έντονες, εντυπώσεις του από τη ζωή του ναυτικού.

Στο Μαραμπού υπάρχει βέβαια η θλίψη που είναι σήμα κατατεθέν της ποίησης του, όμως βρίσκεται ως επί το πλείστον σε επίπεδο συμβολικό. Μιλάει για τον θάνατο, πολύ πιο ξεκάθαρα απ’ ότι στις επόμενες δουλειές του. Μιλάει για την λαχτάρα για ταξίδι, μια λαχτάρα βαθιά, εσωτερική ακατανίκητη και ανεκπλήρωτη.

Ακόμα μιλά για την καθημερινότητα και τη ρουτίνα των ναυτικών, και ακόμα περισσότερο για ναυτικούς που γνώρισε ή ήταν γνωστοί στον ναυτόκοσμο και που είχαν θλιβερές ιστορίες.

Το 1947 εκδίδεται το Πούσι,  πολύ διαφορετικό από το Μαραμπού, πολύ πιο εσωτερικό. Ο Καββαδίας είναι τώρα ασυρματιστής, έχει μεσολαβήσει ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος και η αντιστασιακή του δράση. Τα ποιήματα που περιλαμβάνονται στο Πούσι είναι πιο αέρινα, διακρίνει κανείς μια μεταφυσική παρουσία να πλανιέται, το στοιχειώνει η γυναικεία παρουσία χωρίς ποτέ να γίνεται φορτική, πάντα διακριτικά.

Βασανιστικά μπάρκα, ατελείωτα ταξίδια, καταστάσεις μυστηριακές και ομιχλώδεις καταστάσεις.

Κυριαρχούν ερωτήματα που γίνονται εμμονές, οι έννοιες μπερδεύονται με έναν τρόπο θαυμάσια ποιητικό.

Βαρεθήκαν οι ναύτες το τιμόνι,
το ‘να μάτι σου γέρνει και κοιμάται,
αγρυπνά το δεξί και θυμάται
το φανό που χτυπά μα δε ζυγώνει

Είναι σαφές ότι εδώ τον ποιητή απασχολούν θέματα πολύ πιο αόριστα από τον θάνατο και τις περιπέτειες ξένων ναυτικών. Στο Πούσι ο Καββαδίας μιλά σε πρώτο πρόσωπο, σε ένα έργο βαθιά εσωτερικό.

Η τρίτη και τελευταία του ποιητική συλλογή ολοκληρώθηκε λίγο πριν το θάνατο του και εκδόθηκε μετά από αυτόν. Τα ποιήματα που περιλαμβάνονται στο Τραβέρσο έχουν γραφτεί από το 1951 μέχρι το 1975 και είναι η μοναδική συλλογή όπου σχεδόν το κάθε ποίημα έχει ημερομηνία. Το Τραβέρσο είναι σε μεγάλο βαθμό μια συνομιλία του ποιητή με τον εαυτό του. Εδώ είναι που το Καββαδίας ρίχνει το παραπέτασμα και αφήνει τον εαυτό του εκτεθειμένο στον αναγνώστη ακόμα περισσότερο απ’ ότι στο Πούσι. Φαίνεται ότι τα ποιήματα του προκύπτουν μέσα από μια βαθιά ενδοσκόπηση, μια αναμέτρηση με τα πεπραγμένα του.

Μέσα από το Τραβέρσοαναδύεται μια εικόνα για τον Καββαδία, σαν να χτίζει ο ίδιος την ποιητική του persona ή σα να ανακαλύπτει τον εαυτό του, και να μην είναι ικανοποιημένος από αυτό που βλέπει:

Άσχημος είμαι. Αμαρτωλός σε φρέσκο του Ανωνύμου,
χυμένο είναι το μάτι μου με χτύπημα σφυριού,
το αυτί κομμένο κι έχασα μια νύχτα τη φωνή μου
στη ναυμαχία του Μισιριού

Ακόμα και ο τίτλος κάθε συλλογής όμως μαρτυρά κάτι για τον ποιητή. Το Μαραμπού είναι ένα πουλί, κακός οιωνός για τους ναυτικούς, είναι όμως και το παρατσούκλι του Καββαδία, αυτό με το οποίο ο ίδιος είχε βαφτίσει τον εαυτό του. Πούσι σημαίνει ομίχλη, ομίχλη πυκνή και επικίνδυνη που σκεπάζει τα πάντα και που μπορεί κανείς εύκολα να τη διακρίνει μέσα στην ομώνυμη ποιητική συλλογή. Τέλος Τραβέρσο είναι, στη γλώσσα των ναυτικών, αναγκαστική πορεία σε περίπτωση μεγάλης θαλασσοταραχής κόντρα στη διεύθυνση του ανέμου. Ας σημειωθεί εδώ ότι αυτός ο τίτλος δεν ανήκει σε κανένα ποίημα της συλλογής, είναι λοιπόν περισσότερο συμβολικός.

Ίσως να είναι υπερβολικό, φαίνεται όμως ότι ο Καββαδίας έχει ταυτίσει την ύπαρξη του με την ποίηση του. Όπως μεγαλώνει κι ωριμάζει ο ίδιος, έτσι ωριμάζει και η δουλειά του. Η θεματολογία του –εκτός από ελάχιστες περιπτώσεις- πάντα κινείται γύρω από την θάλασσα, την θάλασσα με την οποία έχει μια σχέση λατρείας και ανταγωνισμού.  Παρ’ όλη όμως την εμμονή του σε ένα συγκεκριμένο θέμα και το προσωνύμιο του θαλασσινού ποιητή που έχει κερδίσει, δεν καταφέρνει ποτέ να γίνει φολκλορικός ή γραφικός. Κάθε ποίημα του έχει στοιχεία μιας μαγείας που οι άνθρωποι της θάλασσας γνωρίζουν καλά. Η ποίηση του ρέει, είναι μελωδική, είναι όμορφη.

Γράφει πάντα σε έμμετρο στίχο, ενώ τα ποιήματα του διακρίνει ένας εσωτερικός ρυθμός, λες και υπήρχαν πριν να τα συντάξει ο ποιητής. Η γλώσσα του γίνεται συχνά ακατανόητη αφού είναι ένα συνονθύλευμα από τη ναυτική ιδιόλεκτο, τη γλώσσα του λιμανιού και κάποιους κεφαλλονίτικους ιδιωματισμούς. Παρ’ όλ’ αυτά ο στίχος του μοιάζει πάντα να βρίσκει το δρόμο του για την καρδιά του αναγνώστη. Έχουν περάσει πια 42 χρόνια από το θάνατο του Νίκου Καββαδία και ο παράξενος, ναυτικός ποιητής δεν έχει ξεχαστεί, αντίθετα δεν έπαψε να συγκινεί το αναγνωστικό κοινό και ιδιαίτερα τη νεολαία.

Ο Νίκος Καββαδίας έγινε πολύ γνωστός μέσα από την μελοποίηση των ποιημάτων του από διάφορους συνθέτες. Η ποίηση του προκάλεσε πολλούς καλλιτέχνες να ασχοληθούν μαζί του, με εξαιρετικά αποτελέσματα.

Η ποίηση είναι ένα λογοτεχνικό είδος πολύ στενά δεμένο με τη μουσική. Πάνω στην ποίηση του Καββαδία έχουμε δουλειές υπεύθυνες και προσεγμένες και, ως αποτέλεσμα, όμορφα τραγούδια. Με την μελοποιημένη ποίηση ο κόσμος έρχεται πιο κοντά στην λογοτεχνία της χώρας του, ένα άλλοτε απρόσιτο ποίημα μπορεί να γίνει κοινό κτήμα γιατί η μουσική το ερμηνεύει, το κάνει κατανοητό και βατό και το προσφέρει στο κοινό ελεύθερο από προκαταλήψεις. Αυτό ακριβώς συμβαίνει στην περίπτωση του Καββαδία, που η δύσκολη, ναυτική γλώσσα που χρησιμοποιεί αποτελεί τροχοπέδη για την κατανόηση των ποιημάτων του.


Η προτομή του Νίκου Καββαδία στο Αργοστόλι Κεφαλονιάς

από: nostimonimar.gr

 

About the author

aeginalight

Leave a Comment

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.