ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

Η γυναίκα ως πηγή έμπνευσης των Ελλήνων ποιητών

Written by aeginalight

Η γυναίκα ήταν, είναι και θα είναι, για πάντα, μια αστείρευτη πηγή έμπνευσης των ποιητών, όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά στον κόσμο ολόκληρο…

«Ω σάρκα, σάρκα μου, γυναίκα που αγάπησα και έχασα,
εσένα αυτήν την νοτισμένη ώρα επικαλούμαι, τραγουδώ…
Ήταν η δίψα κι η πείνα και συ ήσουνα ο καρπός.
Ήταν ο πόνος και τα ερείπια, και συ στάθηκες το θαύμα…»
γράφει με πάθος ασυγκράτητο ο νομπελίστας χιλιανός ποιητής Pablo Neruda.

Αποτελεί γεγονός αναμφισβήτητο ότι η γυναικεία παρουσία, η γυναίκα – σύζυγος, μητέρα, αδελφή, η γυναίκα η πιστή ή η άπιστη, η αφοσιωμένη ή η άστατη, η προδομένη, η απελπισμένη, η εκδικητική, η ηλικιωμένη ή η νέα, η ανέραστη ή η γυναίκα του δρόμου, και κυρίως η γυναίκα «αγαπημένη», έχει εμπνεύσει ένα πλήθος ποιητών.

Για μια γυναίκα συνθέτει ο Γιάννης Ρίτσος ένα εκπληκτικό ποίημα, τη «Σονάτα του σεληνόφωτος». Κάποιο ανοιξιάτικο βράδυ, μια ηλικιωμένη γυναίκα, ντυμένη στα μαύρα, βρίσκεται μαζί μ’ έναν νέο σ’ ένα μεγάλο δωμάτιο παλιού σπιτιού. Από τα δυο παράθυρα μπαίνει ένα «αμείλικτο φεγγαρόφωτο». Η γυναίκα παραδίδεται σ’ έναν ατελείωτο μονόλογο, όπου επανέρχεται σαν επωδός η ικεσία προς τον νέο: «Άφησέ με να ’ρθω μαζί σου». Το φως του φεγγαριού δημιουργεί ένα κλίμα εξωπραγματικό, που ωθεί τη γυναίκα ν’ αναζητήσει τον βαθύτερο εαυτό της…

«Άφησέ με να ’ρθω μαζί σου. Τι φεγγάρι απόψε!
Είναι καλό το φεγγάρι, – δε θα φαίνεται
που ασπρίσαν τα μαλλιά μου. Το φεγγάρι
θα κάνει πάλι χρυσά τα μαλλιά μου. Δε θα καταλάβεις.
Άφησέ με να ’ρθω μαζί σου.
Όταν έχει φεγγάρι μεγαλώνουν οι σκιές μες στο σπίτι,
αόρατα χέρια τραβούν τις κουρτίνες,
ένα δάχτυλο αχνό γράφει στη σκόνη του πιάνου
λησμονημένα λόγια – δε θέλω να τ’ ακούσω. Σώπα…
Θα καθήσουμε λίγο στο πεζούλι, πάνω στο ύψωμα,
κι όπως θα μας φυσάει ο ανοιξιάτικος αέρας
μπορεί να φανταστούμε κιόλας πως θα πετάξουμε,
γιατί, πολλές φορές, και τώρα ακόμη, ακούω το θόρυβο του φουστανιού μου
σαν το θόρυβο δυο δυνατών φτερών που ανοιγοκλείνουν…
Δεν έχει σημασία αν φεύγεις ή αν γυρίζεις
κι ούτε έχει σημασία που ασπρίσαν τα μαλλιά μου,
(δεν είναι τούτο η λύπη μου – η λύπη μου
είναι που δεν ασπρίζει κ’ η καρδιά μου).
Άφησέ με να ’ρθω μαζί σου.
Το ξέρω πως καθένας μονάχος πορεύεται στον έρωτα,
μονάχος στη δόξα και στο θάνατο.
Το ξέρω. Το δοκίμασα. Δεν ωφελεί.
Άφησέ με να ’ρθω μαζί σου.
Τούτο το σπίτι στοίχειωσε, με διώχνει – …
Θα σταθούμε λιγάκι στην κορφή της μαρμάρινης σκάλας του Άη – Νικόλα,
ύστερα εσύ θα κατηφορίσεις κ’ εγώ θα γυρίσω πίσω
έχοντας στ’ αριστερό πλευρό μου τη ζέστα απ’ το τυχαίο άγγιγμα του
σακκακιού σου…
κι αυτή την πάλλευκη άχνα απ’ το φεγγάρι που ’ναι σα μια μεγάλη συνοδεία
ασημένιων κύκνων – …
Το ξέρω η ώρα πια είναι περασμένη. Άφησέ με,
γιατί τόσα χρόνια, μέρες και νύχτες και πορφυρά μεσημέρια, έμεινα μόνη,
ανένδοτη, μόνη και πάναγνη,
ακόμη στη συζυγική μου κλίνη πάναγνη και μόνη,
γράφοντας ένδοξους στίχους στα γόνατα του Θεού,
στίχους που, σε διαβεβαιώ, θα μείνουνε σα λαξευμένοι σε άμεμπτο
μάρμαρο
πέρα απ’ τη ζωή μου και τη ζωή σου, πέρα πολύ. Δε φτάνει.
Άφησέ με να ’ρθω μαζί σου.
Τούτο το σπίτι δε με σηκώνει πια.
Δεν αντέχω να το σηκώνω στη ράχη μου…
Τούτο το σπίτι με πνίγει…
Κι αλήθεια δεν είναι λίγες οι φορές που ανακαλύπτω εκεί, στο βάθος
του πνιγμού,
κοράλλια και μαργαριτάρια και θησαυρούς ναυαγισμένων πλοίων,
απρόοπτες συναντήσεις, και χτεσινά και σημερινά και μελλούμενα,
μιαν επαλήθευση σχεδόν αιωνιότητας,
κάποιο ξανάσασμα, κάποιο χαμόγελο αθανασίας, όπως λένε,
μιαν ευτυχία, μια μέθη, κ’ ενθουσιασμόν ακόμη,
κοράλλια, μαργαριτάρια και ζαφείρια·
μονάχα που δεν ξέρω να τα δώσω – όχι, τα δίνω·
μονάχα που δεν ξέρω αν μπορούν να τα πάρουν – πάντως εγώ τα δίνω.
Άφησέ με να ’ρθω μαζί σου.
Μια στιγμή, να πάρω τη ζακέτα μου…
Έχει υγρασία τα βράδια, και το φεγγάρι
δε σου φαίνεται, αλήθεια, πως επιτείνει την ψύχρα;
Άσε να σου κουμπώσω το πουκάμισο – τι δυνατό το στήθος σου,
– τι δυνατό φεγγάρι, – …
Άφησέ με να ’ρθω μαζί σου.
Α, φεύγεις; Καληνύχτα. Όχι, δε θα ’ρθω. Καληνύχτα…
Εγώ θα βγω σε λίγο. Ευχαριστώ. Γιατί, επιτέλους, πρέπει
να βγω απ’ αυτό το τσακισμένο σπίτι, – όχι, όχι το φεγγάρι – …
ν’ ακούσω τα μεγάλα βήματα της πολιτείας,
να μην ακούω πια τα βήματά σου
μήτε τα βήματα του Θεού, μήτε και τα δικά μου βήματα. Καληνύχτα.

 

Και ο αξεπέραστος Κωστής Παλαμάς, εμπνευσμένος κι αυτός από κάποια γυναικεία παρουσία, γράφει, πριν από έναν περίπου αιώνα:

«Ήρθα να δω τον ίσκιο της από το παραθύρι
πριν σβήσει το κερί,
τον ίσκιο απ’ το κεφάλι της την ώρα που θα γείρει
να γλυκοκοιμηθεί…
Το φως μου είν’ αβασίλευτο. Γνώρισα την Αγάπη,
σ’ έζησα πια, ζωή».

Στίχοι κατακλυσμένοι από φως, ομορφιά και τρυφερότητα. Νοήματα εκφρασμένα απλά και λιτά. Λόγια που εκπέμπουν ένα βαθύ, αιώνιο και αδιάψευστο μήνυμα, πως «ζωή» σημαίνει «αγάπη»∙ κι «αγάπη» σημαίνει «ζωή»…

Στην αρχαιότητα, ο κορυφαίος τραγικός ποιητής Ευριπίδης, που κυριολεκτικά λατρεύτηκε σε ολόκληρο τον ελληνικό κόσμο, και που η φήμη του εξαπλώθηκε και πέρα από τον ελληνισμό, ήταν αυτός που – όσο  κανείς άλλος μέχρι τότε – βύθισε το βλέμμα του μέσα στην ανθρώπινη ψυχή, κυρίως τη γυναικεία. Ήταν ο ζωγράφος του ενστίκτου και των θυελλωδών εκρήξεων της ψυχής, ο ποιητής των συναισθηματικών υπάρξεων, στο θέατρο του οποίου οι γυναίκες κατείχαν τη δεσπόζουσα θέση. Ο Ευριπίδης, ο ποιητής του απέραντου ωκεανού των συγκινήσεων, έφερε ολοζώντανα μπροστά μας γυναίκες κυριαρχημένες από σφοδρά ψυχικά πάθη…

Γιόλα Αργυροπούλου – Παπαδοπούλου
Από: Palmografos.com 

 

About the author

aeginalight

Leave a Comment

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.