Σωπαίνω, όταν παλεύεις άνισα με αόρατους εχθρούς
ερήμην μου κι εγώ ανάμεσά τους
να προσδοκώ, αλώβητα τη μάχη να κερδίσεις
Παλεύω, να πλησιάσω δίχως όπλα μα είναι βαρύ το χτύπημα σου
μ’ όλη τη δύναμη της σκέψης σου
που με ορμή κυλά στο μοναδικά δικό της μονοπάτι
Προσδοκώ, αυτό το μονοπάτι να περπατήσουμε μαζί
τόσο άγνωστο, ίσως σκληρό, μα δίπλα σου για μένα μαγικό
με το δικό σου βήμα, μέχρι το τέλος
Σκέφτομαι, μα χάνομαι στα δύσβατα πατήματα του νου σου
ανάξια η κοινή λογική μου, ανώφελη της προσμονής
μοναδικός ιχνηλάτης απαραίτητα εσύ
που θα τον περιμένω, όσο ανασαίνω.
Επιλογή η αναμονή
πνοής ή θανάτου;
Αίγινα 5/3/’18







